Η πρώτη μεγάλη εκκαθάριση των μητρώων των ελληνικών πανεπιστημίων έχει ήδη ολοκληρωθεί. Η δεύτερη βρίσκεται προ των πυλών. Και όμως, πίσω από τον εντυπωσιακό αριθμό των εκατοντάδων χιλιάδων διαγραφών παραμένει ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα: γιατί τα ελληνικά πανεπιστήμια εξακολουθούν να παράγουν φοιτητές που χρειάζονται πολύ περισσότερο χρόνο από την τυπική διάρκεια των σπουδών τους για να αποφοιτήσουν;
Στις 31 Δεκεμβρίου 2025 ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση της διαδικασίας εκκαθάρισης των φοιτητικών καταλόγων στα ΑΕΙ. Από τα μητρώα διαγράφηκαν 308.605 μη ενεργοί φοιτητές, οι οποίοι είχαν εισαχθεί σε τετραετή προγράμματα σπουδών πριν από το 2017 και δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις παράτασης που προβλέπει το ισχύον θεσμικό πλαίσιο.
Παράλληλα, περίπου 35.000 φοιτητές αξιοποίησαν τη δυνατότητα παράτασης που θεσπίστηκε με τον νόμο 5224/2025, καθώς πληρούσαν συγκεκριμένα ακαδημαϊκά κριτήρια και είχαν δείξει ότι εξακολουθούν να συμμετέχουν ενεργά στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Σειρά παίρνουν οι πενταετείς σχολές
Η επόμενη μεγάλη ημερομηνία είναι η 31η Δεκεμβρίου 2026.
Τότε θα ολοκληρωθεί η δεύτερη φάση εφαρμογής της ρύθμισης, η οποία αφορά φοιτητές σε πενταετή προγράμματα σπουδών που έχουν υπερβεί την προβλεπόμενη διάρκεια φοίτησης και τις σχετικές παρατάσεις.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η διαδικασία αφορά 132 πανεπιστημιακά τμήματα, κυρίως πολυτεχνικές και γεωπονικές σχολές, ενώ περίπου 80.000 φοιτητές βρίσκονται αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο διαγραφής.
Η διαδικασία θα συνεχιστεί στη συνέχεια και στις εξαετείς σχολές, όπως οι Ιατρικές, ώστε στα τέλη του 2027 να υπάρχει πλέον μια ολοκληρωμένη εικόνα της εφαρμογής του μέτρου.
Όμως ακόμη κι αν διαγραφούν όλοι οι σημερινοί «αιώνιοι», το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ.
Και οι φοιτητές που μπήκαν το 2023 και το 2024;
Οι φοιτητές που εισήχθησαν το 2023, το 2024, το 2025 ή το 2026 θα βρεθούν σταδιακά αντιμέτωποι με το ίδιο θεσμικό όριο.
Το ερώτημα επομένως είναι εάν το σύστημα θα μπορέσει πραγματικά να περιορίσει τη μακρόχρονη φοίτηση ή εάν σε λίγα χρόνια θα δημιουργηθεί μια νέα γενιά «λιμναζόντων» φοιτητών.
Γιατί οι διαγραφές μπορούν να μειώσουν τον αριθμό που εμφανίζεται στα μητρώα. Δεν μπορούν από μόνες τους να αντιμετωπίσουν τις αιτίες που οδηγούν έναν νέο να χρειάζεται επτά, οκτώ ή εννέα χρόνια για ένα τετραετές πτυχίο.
Και εδώ η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στην «ευθύνη του φοιτητή».
Όταν περνά το 8%, κάτι δεν πάει καλά μόνο με τους φοιτητές
Η συζήτηση για τους «αιώνιους» συχνά γίνεται σαν να υπάρχει μία μόνο εξήγηση: ένας φοιτητής μπήκε στο πανεπιστήμιο, αδιαφόρησε για τις σπουδές του και παρέμεινε εγγεγραμμένος επί χρόνια.
Υπάρχει ασφαλώς και αυτή η περίπτωση. Δεν είναι όμως η μόνη.
Σε αρκετά τμήματα καταγράφονται ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά αποτυχίας σε συγκεκριμένα μαθήματα, δύσκαμπτα προγράμματα σπουδών, αλληλουχίες προαπαιτούμενων μαθημάτων και εξεταστικές διαδικασίες στις οποίες μεγάλα ποσοστά των φοιτητών αποτυγχάνουν επανειλημμένα.
Όταν, για παράδειγμα, σε ένα πανεπιστημιακό μάθημα επιτυγχάνει μόλις το 8% των εξεταζόμενων, το ερώτημα δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά τι έκαναν λάθος οι υπόλοιποι 92%.
Πρέπει να εξεταστούν ταυτόχρονα η δυσκολία των θεμάτων, ο τρόπος διδασκαλίας, ο σχεδιασμός του μαθήματος, η αντιστοίχιση διδασκόμενης ύλης και εξετάσεων και συνολικά η εκπαιδευτική λειτουργία του τμήματος.
Η απαίτηση για υψηλό επίπεδο σπουδών είναι αυτονόητη. Άλλο όμως η διατήρηση υψηλών ακαδημαϊκών απαιτήσεων και άλλο η δημιουργία μαθημάτων που λειτουργούν επί χρόνια ως «φράγματα» στην ολοκλήρωση των σπουδών.
Μαθηματικό Αθήνας: Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τμήματος Μαθηματικών του ΕΚΠΑ.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται οι ίδιοι οι φοιτητές και δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα, ο μέσος χρόνος αποφοίτησης φέρεται να έχει φτάσει το 2026 στα 9,3 χρόνια.
Πρόκειται για έναν αριθμό που απέχει εντυπωσιακά από την τυπική διάρκεια του προγράμματος σπουδών και, κυρίως, από το χρονικό όριο που θέτει το νέο καθεστώς.
Και το πρόβλημα δεν εμφανίστηκε ξαφνικά. Παλαιότερα στοιχεία για το ίδιο τμήμα κατέγραφαν ήδη μέσο χρόνο αποφοίτησης κοντά στα επτά χρόνια, γεγονός που δείχνει ότι πρόκειται για ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό και όχι για μια συγκυριακή δυσλειτουργία.
Εάν λοιπόν ένα πανεπιστημιακό τμήμα εμφανίζει συστηματικά μέσο χρόνο ολοκλήρωσης πολύ υψηλότερο από την κανονική διάρκεια των σπουδών, τότε δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί ότι το πρόβλημα αφορά αποκλειστικά τις προσωπικές επιλογές των φοιτητών.
Οι διαγραφές καθαρίζουν τα μητρώα – όχι απαραίτητα το πρόβλημα
Το νέο καθεστώς φιλοδοξεί να βάλει τέλος στο φαινόμενο του φοιτητή που παραμένει εγγεγραμμένος επ’ αόριστον χωρίς καμία ουσιαστική σχέση με το πανεπιστήμιο.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό από το να θεωρηθεί ότι κάθε καθυστέρηση στις σπουδές αποτελεί προσωπική αποτυχία του φοιτητή.
Χιλιάδες νέοι εργάζονται παράλληλα με τις σπουδές τους. Άλλοι αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, οικογενειακές υποχρεώσεις ή προβλήματα υγείας. Και αρκετοί βρίσκονται σε πανεπιστημιακά προγράμματα όπου η πραγματική διάρκεια αποφοίτησης απέχει σημαντικά από εκείνη που αναγράφεται στον οδηγό σπουδών.
Η συζήτηση επομένως πρέπει να μετακινηθεί από το απλό «πόσους διαγράψαμε» στο πολύ ουσιαστικότερο «γιατί δεν αποφοιτούν εγκαίρως όσοι θέλουν να σπουδάσουν».
Γιατί διαφορετικά, οι 308.605 διαγραφές του 2025 και οι περίπου 80.000 που βρίσκονται στην επόμενη γραμμή μπορεί να μειώσουν θεαματικά έναν αριθμό σε ένα μητρώο, χωρίς να εμποδίσουν τη δημιουργία της επόμενης γενιάς «αιωνίων» φοιτητών.
Και τότε το πρόβλημα απλώς θα έχει μετατεθεί μερικά χρόνια αργότερα.