Δεν πέρασε πολύς χρόνος από τότε που η κυβέρνηση παρουσίαζε τα λεγόμενα «μη κρατικά πανεπιστήμια» ως μια μεγάλη μεταρρύθμιση που θα έφερνε επιτέλους την Ελλάδα πιο κοντά στην Ευρώπη, θα συγκρατούσε φοιτητές στη χώρα, θα προσέλκυε ξένα πανεπιστήμια και θα αναβάθμιζε —έτσι μας έλεγαν— συνολικά την Ανώτατη Εκπαίδευση.
Και όμως, πριν ακόμη το νέο οικοδόμημα προλάβει να στεριώσει, οι πρώτες σοβαρές ρωγμές είναι ήδη ορατές.
Οι αποφάσεις 1167–1172/2026 του Γ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας ακύρωσαν άδειες εγκατάστασης και λειτουργίας τριών ΝΠΠΕ και τις αντίστοιχες πιστοποιήσεις προγραμμάτων σπουδών. Και οι λόγοι δεν είναι αμελητέες γραφειοκρατικές παραλείψεις. Το ΣτΕ έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι στην περίπτωση μιας διαδικασίας αξιολόγησης υπήρχε μέλος επιτροπής με σχέση προς τον ενδιαφερόμενο εκπαιδευτικό φορέα, ικανή να δημιουργήσει υπόνοια μεροληψίας. Ακόμη σοβαρότερα, έκρινε ότι τα στοιχεία που είχε θεσπίσει η ΕΘΑΑΕ για την πιστοποίηση δεν αποτελούσαν τα συγκεκριμένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια που απαιτούσε ο ίδιος ο ν. 5094/2024.
Ας σταθούμε λίγο εδώ. Μιλάμε για πανεπιστήμια. Όχι για την αδειοδότηση ενός καταστήματος. Όχι για μια διοικητική άδεια δευτερεύουσας σημασίας. Μιλάμε για ιδρύματα που θα απονέμουν πανεπιστημιακούς τίτλους, θα εκπαιδεύουν γιατρούς, νομικούς, μηχανικούς, οικονομολόγους και επιστήμονες. Και το ανησυχητικό μήνυμα που αναδύεται από τις αποφάσεις είναι ότι, στην πρώτη κιόλας εφαρμογή του νέου συστήματος, οι θεσμικές εγγυήσεις αποδείχθηκαν τουλάχιστον ανεπαρκείς.
Ο Γιάννης Πανούσης έθεσε εύστοχα το ζήτημα της αξιοπιστίας και της ακαδημαϊκής δεοντολογίας. Θα προχωρήσω όμως ένα βήμα παραπέρα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αξιοπιστία μιας ή περισσότερων διαδικασιών. Το ίδιο το πείραμα των ΝΠΠΕ αρχίζει να αποκαλύπτει τις θεσμικές του αντιφάσεις Και η μεγαλύτερη από αυτές είναι σχεδόν κραυγαλέα. Επί δεκαετίες το ελληνικό κράτος απαιτεί από τα δημόσια Πανεπιστήμια να περνούν από αλλεπάλληλα φίλτρα. Αξιολογήσεις. Πιστοποιήσεις. ΜΟΔΙΠ. ΕΘΑΑΕ. Επιτροπές εξωτερικών εμπειρογνωμόνων. Στρατηγικά σχέδια. Δείκτες ποιότητας. Μελέτες βιωσιμότητας. Αναλυτικούς φακέλους για κάθε πρόγραμμα σπουδών. Για να δημιουργήσει ένα δημόσιο Πανεπιστήμιο ένα νέο Τμήμα ή ένα νέο πρόγραμμα σπουδών πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει επαρκές διδακτικό προσωπικό, υποδομές, εργαστήρια, βιβλιοθήκες, ερευνητική δραστηριότητα και επιστημονική αναγκαιότητα. Και καλά κάνει. Η ποιότητα στην Ανώτατη Εκπαίδευση χρειάζεται έλεγχο. Αλλά τότε το ίδιο μέτρο πρέπει να ισχύει για όλους.
Δεν μπορεί για το δημόσιο Πανεπιστήμιο να απαιτούμε αυστηρότητα μέχρι ασφυξίας και για τον ιδιωτικό φορέα να ανακαλύπτουμε ξαφνικά την «ευελιξία», την «ταχύτητα» και την ανάγκη να μη χαθεί η επένδυση.
Η ίδια η ΕΘΑΑΕ είχε επισημάνει ήδη από το 2024 ότι τα ΝΠΠΕ πρέπει να αξιολογούνται με ενιαία κριτήρια, διαδικασίες και πρότυπα ποιότητας αντίστοιχα με εκείνα των ελληνικών ΑΕΙ.
Αυτό ακριβώς πρέπει να ζητήσουμε σήμερα: ίδια μέτρα και ίδια σταθμά.
Διότι εδώ εμφανίζεται μία παράδοξη πραγματικότητα. Ένα δημόσιο Πανεπιστήμιο με εκατό χρόνια ιστορίας πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει ότι είναι Πανεπιστήμιο. Ένας νέος ιδιωτικός φορέας, όμως, εμφανίζεται περίπου να αποκτά πανεπιστημιακό κύρος επειδή συνδέθηκε συμβατικά με ένα ξένο ίδρυμα.
Αλλά το Πανεπιστήμιο δεν είναι franchise. Δεν είναι εμπορικό σήμα που μεταφέρεται από χώρα σε χώρα. Δεν είναι λογότυπο πάνω σε μια πρόσοψη.
Πανεπιστήμιο είναι η ακαδημαϊκή κοινότητα. Είναι οι καθηγητές πλήρους απασχόλησης. Είναι οι ερευνητικές ομάδες. Είναι τα εργαστήρια. Είναι τα διδακτορικά. Είναι οι βιβλιοθήκες. Είναι η ελεύθερη διακίνηση ιδεών. Είναι η συνέχεια και η παράδοση μιας επιστημονικής σχολής. Αυτά δεν δημιουργούνται με ένα ΦΕΚ. Ούτε αγοράζονται με δίδακτρα.
Και εδώ φτάνουμε σε μια δεύτερη μεγάλη αντίφαση: ποιος σχεδιάζει την Ανώτατη Εκπαίδευση της χώρας; Η Πολιτεία ή η αγορά; Ποιος αποφασίζει πόσες Νομικές χρειάζεται η Ελλάδα; Πόσες Ιατρικές; Πόσες Πολυτεχνικές; Και πού πρέπει να βρίσκονται;
Με κριτήριο τις ανάγκες της κοινωνίας, της παραγωγής και της περιφερειακής ανάπτυξης ή με βάση το πού υπάρχει μεγαλύτερη πελατεία;
Αν αύριο πέντε ιδιωτικοί φορείς θεωρήσουν ότι η Νομική είναι οικονομικά ελκυστική, θα δημιουργήσουμε πέντε ακόμη Νομικές στην Αθήνα; Και τότε τι γίνεται με τη Νομική Κομοτηνής; Τι γίνεται με τον εθνικό και αναπτυξιακό ρόλο του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου στη Θράκη;
Η Ανώτατη Εκπαίδευση δεν μπορεί να οργανώνεται με τη λογική των εμπορικών καταστημάτων: ανοίγουμε εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη. Αυτό δεν είναι εκπαιδευτικός σχεδιασμός. Είναι εκπαιδευτική αγορά.
Και ασφαλώς στο βάθος παραμένει το μεγάλο θεσμικό ζήτημα: το άρθρο 16.
Η κυβέρνηση επέλεξε να θεσμοθετήσει τα ΝΠΠΕ χωρίς προηγούμενη αναθεώρηση του Συντάγματος, στηριζόμενη στην ερμηνεία ότι το άρθρο 16, σε συνδυασμό με το ενωσιακό δίκαιο, επιτρέπει παραρτήματα ξένων πανεπιστημίων.
Η Ολομέλεια του ΣτΕ δέχθηκε κατά πλειοψηφία αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση και το Υπουργείο Παιδείας, μετά τις νέες αποφάσεις, επιμένει ότι η συνταγματικότητα του πλαισίου έχει επιβεβαιωθεί και ότι τα προβλήματα αφορούν μόνο την εφαρμογή του.
Ας είμαστε θεσμικά ακριβείς: οι πρόσφατες αποφάσεις δεν ακύρωσαν τον νόμο ως αντισυνταγματικό. Αλλά αυτό δεν τελειώνει τη συζήτηση. Γιατί άλλο πράγμα η δικαστική κρίση και άλλο η πολιτική και συνταγματική κριτική.
Υπήρχε ο καθαρός δρόμος: αναθεώρηση του άρθρου 16. Δύο Βουλές. Οι προβλεπόμενες αυξημένες πλειοψηφίες. Εκτεταμένη δημόσια συζήτηση. Τελικά, η κρίση του ελληνικού λαού.
Αντί γι’ αυτό επιλέχθηκε η ερμηνευτική παράκαμψη.
Και αυτή είναι μια επιλογή με πολύ μεγαλύτερη σημασία από το ζήτημα των ιδιωτικών Πανεπιστημίων. Διότι αν κάθε σαφής συνταγματική απαγόρευση μπορεί να υπερβαίνεται όχι με αναθεώρηση αλλά με μία «νέα ερμηνεία», τότε το πρόβλημα αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το Σύνταγμα.
Και τώρα τι μας προτείνουν; Να διορθώσουμε τις διαδικασίες. Να εξειδικεύσουμε τα κριτήρια. Να ξανασυγκροτήσουμε επιτροπές. Να ξαναδώσουμε άδειες.
Δηλαδή, να θεωρήσουμε ότι το πρόβλημα βρίσκεται στα κουφώματα και όχι στα θεμέλια.
Όμως υπάρχει και κάτι ακόμη βαθύτερο. Η συζήτηση αυτή διεξάγεται την ώρα που τα δημόσια Πανεπιστήμια στενάζουν από την υποχρηματοδότηση, την έλλειψη προσωπικού, τις ανεπαρκείς φοιτητικές εστίες, τις παλιές υποδομές και τη διαρκή φυγή νέων επιστημόνων.
Το μήνυμα που στέλνει η Πολιτεία είναι παράδοξο: στο δημόσιο Πανεπιστήμιο λέει «δεν υπάρχουν χρήματα». Στο ιδιωτικό Πανεπιστήμιο λέει «ανοίγουμε την αγορά».
Αλλά η Παιδεία δεν είναι αγορά. Ο φοιτητής δεν είναι πελάτης. Ο καθηγητής δεν είναι πάροχος υπηρεσιών. Και το πτυχίο δεν πρέπει να μετατραπεί σε προϊόν διαφορετικής τιμής ανάλογα με το πορτοφόλι του κάθε γονιού.
Αν λοιπόν οι αποφάσεις του ΣτΕ έχουν μία πραγματική πολιτική αξία, είναι ότι μας αναγκάζουν να ξαναδούμε όλο το οικοδόμημα. Όχι να μπαλώσουμε τις πρώτες ρωγμές. Να εξετάσουμε τα θεμέλια. Και τα θεμέλια είναι λάθος.
Γι’ αυτό σήμερα δεν αρκεί να ζητούμε «βελτίωση» των κανονισμών των ΝΠΠΕ.
Δεν αρκούν νέα κριτήρια, νέες επιτροπές και νέες πιστοποιήσεις.
Το αίτημα πρέπει να είναι καθαρό:
όχι στην εμπορευματοποίηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Ουσιαστική χρηματοδότηση και ενίσχυση του Δημόσιου Πανεπιστημίου.
Και πολιτικά:
όχι στην τροποποίηση των κανονισμών ενός λανθασμένου θεσμικού οικοδομήματος.
Κατάργηση του νόμου των ιδιωτικών Πανεπιστημίων, που θεωρούμε αντίθετο στο γράμμα και στο πνεύμα του άρθρου 16.
Γιατί το Πανεπιστήμιο δεν είναι επιχείρηση.
Η γνώση δεν πωλείται.
Η Παιδεία δεν αγοράζεται.
Το Δημόσιο Πανεπιστήμιο δεν παραδίδεται στην αγορά.