Έχουν περάσει 6 χρόνια από τότε που η υπουργός Παιδείας Ν. Κεραμέως σχεδόν εξαφάνισε τη διδασκαλία των κοινωνικών επιστημών από το Λύκειο με τον ν. 4692/2020, ο οποίος μάλιστα είχε ως τίτλο «Αναβάθμιση του Σχολείου και άλλες διατάξεις». Η αναβάθμιση του σχολείου, μέσα από τον εξοβελισμό μαθημάτων κοινωνικής ανάλυσης, κοινωνικού εγγραμματισμού και καλλιέργειας της κριτικής σκέψης υπό ένα επιστημονικό πλαίσιο, αιτιολογήθηκε ιδεολογικά ως αποτροπή του κινδύνου «να γίνουν τα παιδιά αριστερά». Έτσι τουλάχιστον διατείνονταν διακεκριμένα στελέχη της κυβέρνησης, ενώ η κίνηση αυτή, ακολουθώντας το ίδιο σκεπτικό, μάλλον εντασσόταν στον ευρύτερο πόλεμο κατά της «ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς» που είχαν και έχουν κηρύξει συγκεκριμένοι υπουργοί. Ο ελέφαντας στο δωμάτιο δεν είναι όμως αν με τέτοιες κινήσεις θα αποδυναμωθούν οι πολιτικοί αντίπαλοι, αλλά αν τελικά αποδυναμώνουμε την ίδια μας τη Δημοκρατία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα εκατοντάδες κείμενα που γράφτηκαν ενάντια σε αυτή τη βλαπτική πολιτική απόφαση, οι εκατοντάδες γνωμοδοτήσεις επιστημονικών και κοινωνικών φορέων εντός και εκτός Ελλάδος, ακόμα και η απόφαση του ΣτΕ για επιστροφή των σχετικών μαθημάτων, εντάχθηκαν βολικά στη «συμμορία της μιζέριας», όπως σχεδόν και κάθε μορφή κριτικής προς την κυβέρνηση. Η Ευρωπαϊκή Κοινωνιολογική Εταιρεία (ESA), η Διεθνής Κοινωνιολογική Εταιρεία (ISA), η Γαλλική και η Ιταλική Κοινωνιολογική Εταιρεία (AFS, AIS), διεθνείς συνδικαλιστικές ομοσπονδίες εκπαίδευσης, ακαδημαϊκά ιδρύματα, ελληνικές επιστημονικές εταιρείες και φορείς (όπως η Πανελλήνια Ένωση Εκπαιδευτικών Κοινωνικών Επιστημών, η Ελληνική Εγκληματολογική Εταιρεία, η Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης κ.ά.), αλλά και εκπαιδευτικά σωματεία (ΟΛΜΕ, ΕΛΜΕ, ΔΟΕ, ΠΟΣΔΕΠ) που υπερασπίστηκαν ξεκάθαρα τη σημασία των κοινωνικών επιστημών, δεν στάθηκαν ικανά να μεταπείσουν την κυβέρνηση.
Ωστόσο, σήμερα, 6 χρόνια μετά, είναι ξεκάθαρο το πώς πολιτεύεται η κυβέρνηση και πώς είναι οργανωμένο το Επιτελικό Κράτος: κεντρικές πολιτικές σχεδιάζονται και εφαρμόζονται σχεδόν ερήμην των άμεσα ενδιαφερόμενων, εντός κλειστών γραφείων, από έναν στενό πυρήνα ανθρώπων συνδεδεμένων με ομάδες συμφερόντων. Στη συνέχεια, αναλαμβάνει η επικοινωνιακή ομάδα δράσης-κρούσης, με τους γνωστούς διαύλους της, να πείσει την κοινή γνώμη, να μετατοπίσει την προσοχή σε άλλη ατζέντα, να κάνει τις αποφάσεις πιο «εύπεπτες» και να τις παρουσιάσει ως αναγκαίες.
Αν δεν ήταν έτσι, στην περίπτωση των κοινωνικών επιστημών, η κυβέρνηση θα είχε υποχωρήσει μετά από τόση κατακραυγή — έστω μετά την απόφαση του ΣτΕ περί μη νόμιμης κατάργησης των σχετικών μαθημάτων στη Β΄ Λυκείου και της μείωσης των ωρών στην Α΄ Τάξη. Ούτε αυτό συνέβη όμως. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι στις δεκάδες εμφανίσεις της τότε υπουργού Παιδείας, ποτέ δεν της διατυπώθηκε η καίρια ερώτηση σε ζωντανή μετάδοση. Κανένας δημοσιογράφος κεντρικού καναλιού δεν τη ρώτησε για αυτή της την απόφαση. Αν αυτό δεν είναι ασυλία και προστατευμένο περιβάλλον, τότε τι είναι;
Τι σημαίνει όμως ο φόβος «μη γίνουν τα παιδιά μας αριστερά»; Και τι σημαίνει για αυτούς ο όρος «αριστερά»;
- Μήπως σημαίνει πολίτες που σκέπτονται κριτικά, θέτουν ερωτήματα, αμφισβητούν και διεκδικούν;
- Μήπως σημαίνει πολίτες που δεν δέχονται άκριτα τα αφηγήματα της εξουσίας, συμμετέχουν στα κοινά και υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους;
- Μήπως σημαίνει πολίτες που δεν έχουν μνήμη χρυσόψαρου και υπερασπίζονται το δημόσιο πλούτο και τα συλλογικά αγαθά;
- Μήπως σημαίνει πολίτες που απαιτούν λογοδοσία, διαφάνεια και απόδοση δικαιοσύνης;
- Μήπως σημαίνει κοινωνικά ευαισθητοποιημένους πολίτες, που ενημερώνονται για θέματα πολιτικής, οικονομίας και πολιτισμού και αντιλαμβάνονται τις κοινωνικές παραμέτρους των φαινομένων γύρω τους;
Οι κοινωνικές επιστήμες, ανάμεσα σε πολλά άλλα, στοχεύουν στο να καλλιεργούν πολίτες με τα παραπάνω χαρακτηριστικά και όχι να κάνουν ιδεολογική κατήχηση.
Μήπως λοιπόν η κριτική σκέψη απειλεί πολιτικούς που θέλουν να παρουσιάσουν ως κανονικότητα το βύσμα και τα ρουσφέτια;
Μήπως απειλεί όσους διασπαθίζουν δημόσιο και ευρωπαϊκό χρήμα για να εξαγοράσουν ψήφους και να συντηρήσουν την πολιτική τους πελατεία;
Μήπως ο εκμαυλισμός της κοινωνίας και η κανονικοποίηση της «μικρής» διαφθοράς νομιμοποιεί κοινωνικά τη διαφθορά των μεγάλων;
Μήπως το αφήγημα του «πέφτω από τα σύννεφα» νομιμοποιεί το ξεπούλημα του πλούτου της χώρας σε λίγες οικογένειες;
Το να βγουν λοιπόν τα «ενοχλητικά» μαθήματα από το σχολείο —με το πρόσχημα της ενίσχυσης των κλασικών σπουδών— από τους πρώτους κιόλας μήνες διακυβέρνησης, ήταν ένα πρώτο δείγμα γραφής. Ένα μικρό λιθαράκι στο τείχος που χτίστηκε για να προστατεύσει το Επιτελικό Κράτος από τον δημόσιο έλεγχο και τη λογοδοσία. Από τότε μπήκαν πολλοί μεγάλοι ογκόλιθοι, όπως:
- Η αυστηροποίηση του δικαιώματος στην απεργία και ο περιορισμός των διαδηλώσεων.
- Η εργαλειοποίηση της συνέντευξης και η τελική επιλογή των διοικήσεων στο Δημόσιο από τον εκάστοτε υπουργό με μη διαφανή κριτήρια.
- Η αποδυνάμωση των Ανεξάρτητων Αρχών με αλλαγές στις συνθέσεις ή στις πλειοψηφίες τους, καθώς και ο διορισμός στελεχών από τον κομματικό σωλήνα με αμφιλεγόμενα πολλές φορές προσόντα.
- Η γενίκευση των απευθείας αναθέσεων και η αύξηση των χρηματικών τους ορίων.
- Η συγχώνευση ελεγκτικών μηχανισμών και η κατάργηση της αυτοτέλειας του Σώματος Επιθεωρητών.
- Ο διαχωρισμός της υποβολής «πόθεν έσχες» των συζύγων πολιτικών που δυσχεραίνει τη δημοσιογραφική πρόσβαση στα στοιχεία και τον δημόσιο έλεγχό τους.
- Οι εκπρόθεσμες και άσχετες τροπολογίες σε νομοσχέδια fast-track, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση.
- Η διεύρυνση των εξαιρέσεων από το πρόγραμμα «Διαύγεια» με επίκληση του απορρήτου.
- Η αύξηση κατά σχεδόν 50% των μετακλητών υπαλλήλων και των ειδικών συνεργατών στα υπουργικά γραφεία.
- Η επάνδρωση γραφείων τύπου με στρατιά δημοσιογράφων, επικοινωνιολόγων, διαχειριστών social media και συμβούλων διαχείρισης κρίσεων (media monitoring) με δημόσιο χρήμα.
- Η παράκαμψη της υποχρέωσης δημοσιοποίησης ονομάτων συνεργατών μέσω outsourcing σε ιδιωτικές εταιρείες επικοινωνίας. Με αυτόν τον τρόπο, ένας δημοσιογράφος που μεταδίδει τις ειδήσεις το βράδυ ή ασκεί δημοσιογραφικό έλεγχο μπορεί παράλληλα να αμείβεται από υπουργικό γραφείο.
Τα παραδείγματα θεσμικής εργαλειοποίησης δεν έχουν τέλος — από τα σκάνδαλα που ερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τις υποκλοπές, μέχρι την τραγωδία-κρατικό έγκλημα στα Τέμπη.
Μήπως τελικά ο φόβος «μη μάθουν τα παιδιά μας Κοινωνιολογία» κουμπώνει κομμάτι-κομμάτι με όλα τα παραπάνω σε ένα μεγάλο παζλ; Η συμμετοχή, ο έλεγχος, η διαφάνεια, η λογοδοσία, η ανεξάρτητη δικαιοσύνη και η ευημερία για όλους είναι ζωτικής σημασίας για αυτή τη χώρα. Κι ας μας πουν αριστερούς — εμείς θα το αντέξουμε. Εκείνοι;
*Κοινωνιολόγος