Κάθε παρέμβαση στην εκπαίδευση συνοδεύεται από μια υπόσχεση: ότι το σχολείο θα γίνει καλύτερο, πιο αποτελεσματικό, πιο σύγχρονο. Το ερώτημα όμως δεν είναι μόνο αν το σχολείο αλλάζει. Είναι προς ποια κατεύθυνση αλλάζει και ποιο τίμημα πληρώνουν όσοι βρίσκονται καθημερινά μέσα στις σχολικές αίθουσες.
Τα τελευταία χρόνια χιλιάδες εκπαιδευτικοί δηλώνουν ότι αισθάνονται ολοένα και περισσότερο ξένοι μέσα στο ίδιο τους το επάγγελμα. Δεν είναι μόνο οι χαμηλοί μισθοί, οι ελλείψεις προσωπικού ή οι δύσκολες συνθήκες στα σχολεία. Είναι κυρίως η αίσθηση ότι ο παιδαγωγικός τους ρόλος υποχωρεί σταδιακά μπροστά σε έναν διαρκώς διευρυνόμενο διοικητικό και ελεγκτικό μηχανισμό.
Ο δάσκαλος και ο καθηγητής δεν καλούνται πλέον μόνο να διδάξουν. Καλούνται να τεκμηριώσουν κάθε τους ενέργεια, να ενημερώνουν συνεχώς ψηφιακές πλατφόρμες, να συμπληρώνουν φόρμες, να παράγουν εκθέσεις, να συμμετέχουν σε διαδικασίες αξιολόγησης, να παρακολουθούν επιμορφώσεις, να οργανώνουν δράσεις, να ανταποκρίνονται σε αλλεπάλληλες διοικητικές απαιτήσεις και, πολλές φορές, να μεταφέρουν σημαντικό μέρος της εργασίας τους στο σπίτι.
Από την τάξη στις πλατφόρμες
Η πανδημία αποτέλεσε σημείο καμπής. Η τηλεκπαίδευση επιτάχυνε μια βαθύτερη αλλαγή.
Οι εκπαιδευτικοί μετατράπηκαν μέσα σε λίγες εβδομάδες σε τεχνικούς υπολογιστών, διαχειριστές ψηφιακών εργαλείων, υπεύθυνους δικτύων και συμβούλους τεχνολογίας για μαθητές και γονείς. Αντί όμως αυτή η εμπειρία να οδηγήσει σε ουσιαστική αποφόρτιση του εκπαιδευτικού έργου μετά την πανδημία, αποτέλεσε την αφετηρία για ακόμη μεγαλύτερη διεύρυνση των διοικητικών υποχρεώσεων.
Σήμερα η τεχνολογία, αντί να απελευθερώνει χρόνο για διδασκαλία, συχνά δημιουργεί νέες απαιτήσεις. Ο εκπαιδευτικός αφιερώνει ολοένα και περισσότερες ώρες σε διαδικασίες τεκμηρίωσης και ολοένα λιγότερες σε αυτό που αποτελεί τον πυρήνα της αποστολής του: τη σχέση με τον μαθητή.
Η εντατικοποίηση ως νέα κανονικότητα
Η εικόνα αυτή δεν αποτελεί μόνο ελληνικό φαινόμενο. Ήδη από το 2007, οι Stephen Ball και Deborah Youdell, στην έκθεσή τους «Η κρυφή ιδιωτικοποίηση στη δημόσια εκπαίδευση» για το Ινστιτούτο Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, περιέγραφαν τις συνέπειες του λεγόμενου «νέου δημόσιου μάνατζμεντ» στα εκπαιδευτικά συστήματα.
Οι δύο ερευνητές κατέγραφαν ότι η λογική της διαρκούς αξιολόγησης, των δεικτών απόδοσης και του ανταγωνισμού μεταξύ σχολείων οδηγεί σε αυξημένο εργασιακό άγχος, συναισθηματική εξουθένωση, εντατικοποίηση της εργασίας και σταδιακή αλλοίωση των σχέσεων συνεργασίας μέσα στο σχολείο.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών στην Ελλάδα φαίνεται να επιβεβαιώνει πολλές από αυτές τις διαπιστώσεις.
Η συνεχής παραγωγή διοικητικών εγγράφων, οι εκθέσεις αξιολόγησης, οι δείκτες αποτελεσματικότητας και οι μηχανισμοί λογοδοσίας δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η μέτρηση του έργου τείνει να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το εκπαιδευτικό έργο.
Το σχολείο των δεικτών
Παράλληλα, η αυξανόμενη έμφαση στις εξετάσεις, στις μετρήσεις επιδόσεων και στους συγκρίσιμους δείκτες μεταβάλλει σταδιακά και την ίδια τη διδασκαλία.
Όταν η επιτυχία ενός σχολείου αποτιμάται κυρίως μέσα από αριθμούς και επιδόσεις, ο πειρασμός της «διδασκαλίας για τις εξετάσεις» γίνεται ισχυρότερος. Η δημιουργική διδασκαλία, η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, οι βιωματικές δραστηριότητες και η παιδαγωγική ελευθερία υποχωρούν μπροστά στην ανάγκη επίτευξης μετρήσιμων αποτελεσμάτων.
Ο εκπαιδευτικός γίνεται ολοένα και πιο εξαρτημένος από προκαθορισμένα υλικά, έτοιμα σενάρια και αυστηρά οργανωμένα προγράμματα που περιορίζουν την αυτονομία του μέσα στην τάξη.
Το κύμα φυγής
Ίσως γι' αυτό η εκπαίδευση βιώνει ένα φαινόμενο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε αδιανόητο.
Χιλιάδες εκπαιδευτικοί επιλέγουν να αποχωρήσουν μόλις αποκτήσουν δικαίωμα συνταξιοδότησης, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται σημαντικές οικονομικές απώλειες.
Δεν εγκαταλείπουν επειδή κουράστηκαν από τα παιδιά. Εγκαταλείπουν επειδή κουράστηκαν από όλα τα υπόλοιπα.
Η εντατικοποίηση της εργασίας, η πίεση, η επαγγελματική εξουθένωση, η έλλειψη νοήματος, η διαρκής αξιολόγηση και η μεταφορά μεγάλου μέρους της εργασίας στο σπίτι δημιουργούν ένα περιβάλλον που πολλοί χαρακτηρίζουν πλέον ασφυκτικό.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί η διεθνής βιβλιογραφία δείχνει σταθερά ότι η παραμονή της πλειονότητας των εκπαιδευτικών στο επάγγελμα δεν εξαρτάται πρωτίστως από τον μισθό. Εξαρτάται από την ποιότητα των συνθηκών εργασίας, την αυτονομία στη διδασκαλία, τη συμμετοχή στις αποφάσεις και τις σχέσεις εμπιστοσύνης μέσα στη σχολική κοινότητα.
Από τον διευθυντή στον μάνατζερ
Εξίσου ριζικά μεταβάλλεται και ο ρόλος του διευθυντή.
Για δεκαετίες ο διευθυντής λειτουργούσε ως παιδαγωγικός συντονιστής και πρώτος μεταξύ ίσων, με βασικό εργαλείο τον Σύλλογο Διδασκόντων.
Σήμερα διαμορφώνεται ένα διαφορετικό μοντέλο.
Ο διευθυντής καλείται να αξιολογεί, να επιβλέπει, να συντάσσει εκθέσεις, να εφαρμόζει δείκτες απόδοσης, να παρακολουθεί στόχους, να ασκεί πειθαρχικές αρμοδιότητες και να λειτουργεί ως ενδιάμεσος κρίκος εφαρμογής της εκπαιδευτικής πολιτικής.
Παράλληλα, ο Σύλλογος Διδασκόντων κινδυνεύει να περιοριστεί σε έναν περισσότερο εκτελεστικό παρά αποφασιστικό ρόλο, καθώς σημαντικές αρμοδιότητες συγκεντρώνονται σταδιακά στη διοίκηση.
Έτσι δημιουργείται ένα διοικητικό πρότυπο που συνδυάζει δύο φαινομενικά διαφορετικές λογικές: από τη μία τον αυστηρό επιθεωρητή του παρελθόντος και από την άλλη τον μάνατζερ της σύγχρονης ιδιωτικής επιχείρησης.
Ένας διευθυντής με υπερεξουσίες, αξιολογητής, πειθαρχικός προϊστάμενος και διαχειριστής στόχων, περισσότερο προσανατολισμένος στους δείκτες και στις αναφορές παρά στην παιδαγωγική ηγεσία.
Το μεγάλο διακύβευμα
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το δημόσιο σχολείο μπορεί να παραμείνει παιδαγωγική κοινότητα όταν υιοθετεί ολοένα και περισσότερο τη λογική της αγοράς, του ανταγωνισμού και της διοικητικής συμμόρφωσης.
Το σχολείο δεν είναι επιχείρηση. Δεν παράγει προϊόντα ούτε μετριέται αποκλειστικά με δείκτες παραγωγικότητας. Διαμορφώνει ανθρώπους, κοινωνικές σχέσεις, αξίες, δημοκρατική συνείδηση και ευκαιρίες ζωής.
Αν ο εκπαιδευτικός μετατραπεί οριστικά σε τεχνικό διαχειριστή συστημάτων και ο διευθυντής σε μάνατζερ που διοικεί με όρους εταιρικής αποτελεσματικότητας, τότε το δημόσιο σχολείο ίσως κερδίσει σε διαδικασίες, ελέγχους και αναφορές.
Το ερώτημα είναι αν θα έχει χάσει, στην πορεία, εκείνο που το έκανε διαχρονικά ξεχωριστό: την παιδαγωγική του ψυχή.