Με σεβασμό προς την ιστορία και την προσφορά των βλαχόφωνων Ελλήνων, αλλά και προς το δικαίωμα κάθε συλλόγου να παρεμβαίνει στον δημόσιο διάλογο, οφείλουμε να αποκαταστήσουμε τα πραγματικά δεδομένα.
Η κατηγορία ότι οι συγγραφείς του βιβλίου Πολιτική Παιδεία – Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή Α΄ Λυκείου επιδιώκουν να εμφανίσουν τους Βλάχους ως εθνοτική μειονότητα είναι απολύτως αβάσιμη. Δεν στηρίζεται σε κάποια διατύπωση του βιβλίου, αλλά σε μια αυθαίρετη αλυσίδα υποθέσεων: αναφορά στη βλάχικη γλώσσα, άρα γλωσσική μειονότητα· γλωσσική μειονότητα, άρα εθνοτική μειονότητα· εθνοτική μειονότητα, άρα «ανθελληνική προπαγάνδα». Αυτό δεν αποτελεί τεκμηριωμένη κριτική αλλά κλασικό λογικό άλμα.
Η επίμαχη σελίδα δεν αφορά την ιστορία, την καταγωγή ή την εθνική ταυτότητα των Βλάχων. Εντάσσεται στην ενότητα για τις ομάδες συμφερόντων και τις ομάδες ενδιαφέροντος και ζητά από τους μαθητές να ταξινομήσουν διαφορετικές μορφές συλλογικής δράσης: πολιτιστικούς συλλόγους, περιβαλλοντικές οργανώσεις, συλλόγους γονέων, ομάδες μέριμνας και έναν σύλλογο που επιδιώκει τη διατήρηση και την εκμάθηση της βλάχικης γλώσσας. Πουθενά δεν αναφέρεται ότι οι Βλάχοι υφίστανται καταπίεση στην Ελλάδα, ότι διεκδικούν «καταπατημένα δικαιώματα» ή ότι αποτελούν μειονότητα. Αυτές οι διατυπώσεις δεν υπάρχουν στο βιβλίο· εισάγονται εκ των υστέρων από τους επικριτές του.
Η αναφορά στη σελίδα 145, σύμφωνα με την ίδια την καταγγελία, προσδιορίζει την προέλευση της εικόνας. Πρόκειται για τη στοιχειώδη υποχρέωση αναγραφής της πηγής ενός οπτικού τεκμηρίου — όχι για παραπομπή των μαθητών/ -τριών σε κάποια «αυθεντία», ούτε για υιοθέτηση του συνόλου των απόψεων του φορέα που το παρήγαγε. Το βιβλίο δεν ισχυρίζεται ότι οι συγκεκριμένοι σύλλογοι εκπροσωπούν όλους τους Βλάχους. Παρουσιάζει απλώς μια υπαρκτή συλλογική πρωτοβουλία ως παράδειγμα λειτουργίας της κοινωνίας των πολιτών. Για την τεκμηρίωση της δράσης ενός συγκεκριμένου συλλόγου, η ορθή πηγή είναι προφανώς ο ίδιος ο σύλλογος που ανέλαβε τη δράση και όχι ένας άλλος φορέας που διαφωνεί μαζί του.
Να σημειώσουμε ότι το σκίτσο είναι ένα έργο τέχνης του Σαμαριναίου Γιώργου Κωνσταντίνου, ο οποίος διαπρέπει στο εξωτερικό και έχει βραβευθεί για την ποιότητα του έργου του από διεθνείς φορείς.
Σεβόμαστε απολύτως το έργο του Φιλολογικού, Ιστορικού και Λογοτεχνικού Συνδέσμου Τρικάλων (Φ.Ι.ΛΟ.Σ.) όπως επίσης και τον θεσμικό ρόλο και την ιστορική δραστηριότητα της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων. Κανένας φορέας, όμως, όσο αντιπροσωπευτικός και αν είναι, δεν αποκτά το μονοπώλιο της πολιτιστικής έκφρασης ούτε την εξουσία να απαγορεύει την παρουσία άλλων νόμιμων συλλόγων στον δημόσιο χώρο. Η κοινωνία των πολιτών χαρακτηρίζεται ακριβώς από την ύπαρξη διαφορετικών οργανώσεων και απόψεων. Το σχολικό βιβλίο οφείλει να εξηγεί αυτή την πραγματικότητα, όχι να την υποκαθιστά με μία μοναδική, «εγκεκριμένη» φωνή.
Εξίσου προβληματική είναι η φράση περί διδασκαλίας βλάχικων «στα ρουμάνικα». Το κείμενο του σκίτσου δεν είναι ρουμανικό. Το κεντρικό του μότο «Μάθε παιδί μου βλάχικα» είναι στην ελληνική γλώσσα. Στην ελληνική, επίσης, γλώσσα είναι τα 3 από τα 6 σύννεφα διαλόγου των μορφών του σκίτσου. Τα υπόλοιπα είναι στα βλάχικα/αρμανίτικα, με λατινικούς χαρακτήρες. Η γραφή και η γλώσσα είναι διαφορετικά πράγματα. Το λατινικό αλφάβητο χρησιμοποιείται από δεκάδες γλώσσες και δεν γίνεται «ρουμανικό» επειδή χρησιμοποιείται και στη Ρουμανία. Η σύγχυση αλφαβήτου και γλώσσας συνιστά στοιχειώδες επιστημονικό σφάλμα. Άλλωστε, η διεθνής γλωσσολογική βιβλιογραφία καταγράφει την Aromanian ως αυτοτελώς κωδικοποιημένη ανατολική ρομανική γλώσσα, με τον κωδικό ISO 639-3 rup, χωρίς αυτό να προδικάζει την εθνική συνείδηση ή το νομικό καθεστώς των ομιλητών της (βλ. https://glottolog.org/resource/languoid/id/arom1237?utm).
Είτε κάποιος επιλέγει τον όρο «γλώσσα» είτε τον όρο «γλωσσικό ιδίωμα», από αυτό δεν συνάγεται εθνοτική ή μειονοτική ιδιότητα. Η γλώσσα, η πολιτισμική κληρονομιά, η εθνική συνείδηση και η νομική αναγνώριση μιας μειονότητας είναι διακριτά ζητήματα. Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι απολύτως Έλληνας ως προς την εθνική του συνείδηση και συγχρόνως να διατηρεί βλάχικη γλωσσική και πολιτισμική κληρονομιά. Η μία ιδιότητα δεν ακυρώνει την άλλη. Ακόμη και η σχετική Σύσταση 1333 του Συμβουλίου της Ευρώπης διαχωρίζει ρητά τη διάσωση της αρμανίτικης γλώσσας και του πολιτισμού από την προβολή πολιτικών διεκδικήσεων (βλ. https://assembly.coe.int/nw/xml/XRef/Xref-XML2HTML-en.asp?fileid=15367&lang=en&utm_).
Παρά ταύτα, αποφασίσαμε τελικά να αποσύρουμε από το βιβλίο την εικόνα και την επίμαχη φράση, χωρίς αυτό να μας ζητηθεί από κανέναν πολιτικό ή υπηρεσιακό φορέα. Άλλωστε, οι διαμαρτυρόμενοι αναφέρουν στη διαμαρτυρία τους ότι οι πολιτικοί παράγοντες στους οποίους απευθύνθηκαν δεν ασχολήθηκαν με τις καταγγελίες τους.
Η απόφαση αυτή δεν συνιστά —και δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως— άρρητη ή έμμεση αποδοχή των κατηγοριών που διατυπώθηκαν· οι κατηγορίες αυτές παραμένουν, για όλους τους λόγους που εκτέθηκαν παραπάνω, απολύτως αβάσιμες. Πρόκειται αποκλειστικά για μια συνειδητή εκδοτική και παιδαγωγική επιλογή: δεν επιθυμούμε η δημόσια συζήτηση για το βιβλίο, το περιεχόμενο και την εκπαιδευτική του αξία να χρωματιστεί ή να μονοπωληθεί από ένα ανύπαρκτο «βλάχικο ζήτημα», το οποίο δεν δημιουργεί το κείμενο αλλά κατασκευάζει η αποσπασματική ανάγνωσή του. Η απόσυρση αποσκοπεί, επομένως, στην επαναφορά της συζήτησης στο πραγματικό αντικείμενο του βιβλίου και όχι στην αναγνώριση μιας ενοχής ή μιας πρόθεσης που ουδέποτε υπήρξε.
Τέλος, οι αναφορές στις επιστημονικές ειδικότητες των συγγραφέων, στο Ίδρυμα Γληνού, στο αν διδάχθηκαν Θουκυδίδη ή στο αν είναι οι ίδιοι βλαχόφωνοι δεν αποτελούν επιχειρήματα. Είναι υπαινιγμοί ενοχής διά συσχετισμών, ξένοι προς κάθε σοβαρή επιστημονική συζήτηση. Ακόμη βαρύτερες εκφράσεις, όπως «εθνικό ανοσιούργημα», «φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί» και αιτήματα για ΕΔΕ, επιχειρούν να μετατρέψουν μια παιδαγωγική επιλογή σε πειθαρχικό και εθνικό αδίκημα. Η διοικητική δίωξη, όμως, δεν υποκαθιστά την απόδειξη — και εδώ απόδειξη δεν υπάρχει.
Καλούμε, επομένως, όσους επιμένουν στην κατηγορία να υποδείξουν την ακριβή πρόταση του βιβλίου στην οποία οι συγγραφείς χαρακτηρίζουν τους Βλάχους «εθνοτική μειονότητα» ή ζητούν την αναγνώρισή τους ως τέτοια. Τέτοια πρόταση δεν υπάρχει. Μέχρι να παρουσιαστεί, η απόδοση αυτής της πρόθεσης στους συγγραφείς δεν αποτελεί διαφορετική ερμηνεία· αποτελεί κατασκευή μιας θέσης που ουδέποτε διατυπώθηκε. Η τεκμηριωμένη κριτική είναι πάντοτε ευπρόσδεκτη. Η διαστρέβλωση του περιεχομένου και η στοχοποίηση προσώπων δεν είναι.