«Μέσα σε λίγους μήνες, ο μαθητής μου ήξερε να διαβάζει και να γράφει ανεκτά μία σειρά λέξεων, πολλές από τις οποίες έμοιαζαν αρκετά μεταξύ τους ώστε για να διακριθούν απαιτούν ένα προσεκτικό μάτι. Αλλά η ανάγνωση αυτή γινόταν μόνο με τη διαίσθηση.
Ο Βίκτωρ διάβαζε τις λέξεις χωρίς να τις προφέρει, χωρίς να γνωρίζει τη σημασία τους», θα γράψει γύρω στα 1806 ο γιατρός Jean Itard για τον Βίκτορα, τον «άγριο της Αβεϊρόν», που τον βρήκαν στα δάση σε ηλικία περίπου 12 ετών (εγκαταλελειμμένο ίσως από ηλικία 4-5 ετών) σε κατάσταση ζωώδη στα περίχωρα του Παρισιού.
Ο κόσμος μαζευόταν πάντα περίεργος για να χαζέψει με το παράξενο ον, χωρίς ποτέ να αντιληφθεί ότι ό,τι ήταν αυτονόητα αντιληπτό στη σκέψη του ανθρώπου, ήταν τρομερά δύσκολο έως αδύνατο για να το μάθει ο Βίκτωρ, που είχε χάσει εκείνα τα χρόνια που εξανθρωπίζεται σε σημαντικό βαθμό η ζωική φύση μας.
Ναι, η βιολογική μας ταυτότητα ποτέ δεν ολοκληρώνει την ανθρώπινη ιδιότητά μας. Είναι το υπόστρωμα, το πεδίο επί των οποίων θα αναπτυχθεί η κοινωνική και πολιτισμική ταυτότητά μας και θα αρτιωθεί η πραγματική φύση μας.
Η βιολογική όψη της δυνατότητας Λόγου μας ενυπάρχει στο γενετικό μας έδαφος αλλά είναι εν δυνάμει. Η τελική έκφρασή της θα γίνει με τη «συνάντηση», με την αλληλεπίδραση της βιολογικής και της πολιτισμικής μας ταυτότητας. Ουσιαστικά, «γεννιόμαστε άνθρωποι, αλλά δεν αρκεί αυτό: πρέπει να γίνουμε κιόλας».
Φυσικά, δεν ξεκινάμε όλοι οι άνθρωποι από την ίδια αφετηρία όσον αφορά τις βιολογικές και κυρίως τις κοινωνικές δυνατότητές μας. Η διαφορετικότητα και η ποικιλομορφία είναι βασικά χαρακτηριστικά όχι μόνο των ανθρώπων αλλά και όλων των έμβιων όντων, των φυσικών περιβαλλόντων και των οικοσυστημάτων, του φαινομένου της ζωής στο σύνολό του. Εκείνο που έχει σημασία είναι το πως θα σταθεί η κοινωνία απέναντι στο μείζον ζήτημα της εκπαίδευσης.
Θα παρέχει όλα τα εφόδια και όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις – και μάλιστα από τα πρώτα χρόνια στη σχολική πορεία των παιδιών –, έτσι ώστε κάθε παιδί να ανακαλύψει και να καλλιεργήσει τις δικές του δυνατότητες, το ταλέντο του και τις όποιες κλίσεις του;
Θα διαμορφώσει αντισταθμιστικά μέτρα, για να μην επιδράσουν οι τόσες και τόσες ανισότητες, που χαρακτηρίζουν τις κοινωνίες μας; Θα αναδεικνύει την ιδιαιτερότητα κάθε παιδιού ή θα μένει σε μια γενική θεώρηση και θα βασίζεται σε κάποια μορφή ανταγωνισμού ή έστω άμιλλας;
Αλλά συζητάμε τι ακριβώς θέλουμε από το σχολείο; Είναι αρκετή η στοχοθεσία της Γνώσης με την προοπτική της ένταξής της ως επαγγελματική και μόνο εξέλιξη στην αγορά εργασίας; Τότε όμως έχει εξ ορισμού συρρικνωθεί – αν όχι υπονομευτεί – η αξία της εκπαίδευσης και πολύ περισσότερο της παιδείας.
Η σημερινή απίσχναση του μορφωτικού αγαθού, η περιθωριοποίηση της ανθρωπιστικής παιδείας και του αξιακού της φορτίου, η ελλειμματική αλλά και στρεβλή διαπαιδαγώγηση λόγω της ισχυρής εμπορευματικής κουλτούρας συμβάλλουν στον αγοραίο μετασχηματισμό του ρόλου του σχολείου.
Και εδώ υπάρχει η ένσταση της εκπαιδευτικής κουλτούρας. «Διότι εκπαιδεύω σημαίνει πιστεύω στη δυνατότητα τελείωσης του ανθρώπου, στην εκ φύσεως ικανότητα για μάθηση και στην έφεση για γνώση που την τροφοδοτεί, στο γεγονός ότι υπάρχουν πράγματα (σύμβολα, τεχνικές, αξίες, μνήμες, γεγονότα...) που μπορούμε και αξίζουμε να γνωρίσουμε, ότι εμείς οι άνθρωποι μπορούμε να βελτιώνουμε ο ένας τον άλλον μέσω της γνώσης» (F. Savater, Η αξία του εκπαιδεύειν).