Πολλά Τμήματα Φυσικής της χώρας αφήνουν δεκάδες ή και εκατοντάδες κενές θέσεις. Η αιτία δεν είναι μόνο η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής. Η ΕΒΕ λειτουργεί ως φίλτρο, αλλά δεν εξηγεί από μόνη της γιατί αρκετοί υποψήφιοι δεν επιλέγουν αυτά τα τμήματα, ακόμη και όταν έχουν τη δυνατότητα να εισαχθούν.
Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται φυσικούς περισσότερο από ποτέ. Η τεχνητή νοημοσύνη, η κβαντική τεχνολογία, η ενέργεια, η διαστημική έρευνα, οι τηλεπικοινωνίες, η ανάλυση δεδομένων και η ιατρική τεχνολογία βασίζονται σε γνώσεις φυσικής. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Φυσική έχει μέλλον. Το ερώτημα είναι αν τα προγράμματα σπουδών ανταποκρίνονται στις ανάγκες του 21ου αιώνα.
Σε αρκετά τμήματα εξακολουθεί να κυριαρχεί ένα πρόγραμμα σχεδιασμένο πριν από δεκαετίες. Η έμφαση δίνεται κυρίως στη θεωρητική κατάρτιση, ενώ η σύνδεση με τις σύγχρονες εφαρμογές και την αγορά εργασίας είναι συχνά περιορισμένη. Οι φοιτητές αποκτούν ισχυρές επιστημονικές βάσεις, αλλά πολλές φορές δυσκολεύονται να δουν πώς αυτές μεταφράζονται σε επαγγελματικές ευκαιρίες.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποβαθμιστεί η επιστημονική αυστηρότητα. Αντίθετα, η πρόκληση είναι να διατηρηθεί η ποιότητα των σπουδών, εμπλουτίζοντάς τες με σύγχρονα αντικείμενα. Μαθήματα όπως προγραμματισμός, επιστήμη δεδομένων, μηχανική μάθηση, υπολογιστική φυσική, κβαντική πληροφορική, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τεχνολογίες ημιαγωγών και προηγμένα υλικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν βασικούς άξονες ενός ανανεωμένου προγράμματος.
Παράλληλα, είναι απαραίτητη η στενότερη συνεργασία με επιχειρήσεις, ερευνητικά κέντρα και βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας. Η πρακτική άσκηση δεν πρέπει να αποτελεί εξαίρεση αλλά οργανικό μέρος των σπουδών. Όταν οι φοιτητές συμμετέχουν σε πραγματικά ερευνητικά ή τεχνολογικά έργα, αποκτούν εμπειρίες που ενισχύουν τόσο τις δεξιότητές τους όσο και την επαγγελματική τους αυτοπεποίθηση.
Εξίσου σημαντική είναι η ανάπτυξη οριζόντιων δεξιοτήτων: επικοινωνία της επιστήμης, διαχείριση έργων, επιχειρηματικότητα, συγγραφή προτάσεων για ερευνητική χρηματοδότηση και εργασία σε διεπιστημονικές ομάδες. Οι σημερινοί επιστήμονες καλούνται να συνδυάζουν βαθιά γνώση με ευελιξία και συνεργατικότητα.
Ωστόσο, θα ήταν υπερβολικό να υποστηριχθεί ότι η αλλαγή του προγράμματος σπουδών από μόνη της θα εξαλείψει τις κενές θέσεις. Η επιλογή σπουδών επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες: τη δημογραφική μείωση, τις επαγγελματικές προοπτικές που αντιλαμβάνονται οι υποψήφιοι, τον αριθμό των εισακτέων, την ενημέρωση που λαμβάνουν οι μαθητές και τη συνολική εικόνα του επαγγέλματος του φυσικού.
Η ανανέωση των προγραμμάτων σπουδών, λοιπόν, δεν αποτελεί πανάκεια. Αποτελεί όμως μια αναγκαία προϋπόθεση ώστε τα Τμήματα Φυσικής να γίνουν πιο ελκυστικά, χωρίς να χάσουν την ακαδημαϊκή τους ταυτότητα. Ένα σύγχρονο πρόγραμμα που συνδυάζει ισχυρή θεωρητική εκπαίδευση, εφαρμογές αιχμής, ψηφιακές δεξιότητες και ουσιαστική επαφή με την έρευνα και την παραγωγή μπορεί να προσελκύσει περισσότερους και καλύτερα ενημερωμένους υποψηφίους.
Η Φυσική δεν χρειάζεται να αλλάξει τον χαρακτήρα της. Χρειάζεται να αναδείξει με πιο σύγχρονο τρόπο τη διαχρονική της αξία και τη συμβολή της στις τεχνολογίες που διαμορφώνουν το μέλλον. Αν τα ελληνικά Τμήματα Φυσικής καταφέρουν να συνδυάσουν την επιστημονική τους παράδοση με τις απαιτήσεις της νέας εποχής, θα πάψουν να αντιμετωπίζουν τις κενές θέσεις ως ένα μόνιμο πρόβλημα και θα διεκδικήσουν ξανά τη θέση που τους αξίζει στον ακαδημαϊκό χάρτη της χώρας.
Eμμανουηλίδης Αριστείδης Γελ Πεύκων
Πάλλας Δήμος τ. Δ/ντης 4ου-8ου Γ/σιο Λαμίας