Κάθε φορά που ανακοινώνονται μόνιμοι διορισμοί στην εκπαίδευση, επανέρχεται μια γνώριμη συζήτηση. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σε δημόσιες παρεμβάσεις αλλά ακόμη και σε υπηρεσιακούς διαδρόμους, ακούγεται η ίδια κατηγορία: «Μόλις διορίστηκαν και πήραν άδεια εγκυμοσύνης».
Πίσω από αυτή τη φράση κρύβεται μια επιφανειακή ανάγνωση μιας πολύ πιο σύνθετης πραγματικότητας. Γιατί οι περισσότερες από αυτές τις γυναίκες δεν επέλεξαν να καθυστερήσουν τη μητρότητα για προσωπική ευκολία. Την ανέβαλαν επειδή επί δέκα, δεκαπέντε ή ακόμη και είκοσι χρόνια ζούσαν ως αναπληρώτριες, μετακινούμενες κάθε Σεπτέμβριο σε διαφορετικό νησί, διαφορετικό χωριό ή διαφορετική άκρη της Ελλάδας, χωρίς καμία βεβαιότητα για το πού θα βρίσκονται την επόμενη χρονιά.
Μια ζωή μέσα σε βαλίτσες
Η πραγματικότητα των αναπληρωτών εκπαιδευτικών είναι γνωστή, αλλά συχνά ξεχνιέται.
Χιλιάδες νέοι εκπαιδευτικοί πέρασαν τα πιο παραγωγικά χρόνια της ζωής τους υπηρετώντας όπου υπήρχε ανάγκη. Ένα χρόνο στη Σάμο, τον επόμενο στη Φλώρινα, μετά στη Νάξο, στον Έβρο ή στα Δωδεκάνησα.
Κάθε Σεπτέμβριο ξεκινούσαν από την αρχή.
Νέο σπίτι. Νέο ενοίκιο. Νέο σχολείο. Νέα έξοδα μετακίνησης. Νέα αβεβαιότητα.
Πώς μπορεί μέσα σε αυτές τις συνθήκες να σχεδιάσει κάποιος τη δημιουργία οικογένειας;
Πώς μπορεί ένα ζευγάρι να αποκτήσει παιδί όταν δεν γνωρίζει ούτε σε ποια πόλη θα ζει σε λίγες εβδομάδες;
Η μητρότητα έγινε... πολυτέλεια
Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις εκπαιδευτικών που διορίστηκαν μετά τα 35 ή ακόμη και μετά τα 40 τους χρόνια.
Για πολλές γυναίκες, η μονιμοποίηση δεν αποτελεί την αρχή μιας επαγγελματικής διαδρομής. Είναι η πρώτη στιγμή κατά την οποία αισθάνονται ότι μπορούν να οργανώσουν στοιχειωδώς τη ζωή τους.
Η σταθερή εργασία, η δυνατότητα να γνωρίζουν πού θα βρίσκονται τον επόμενο χρόνο και η προοπτική μιας μόνιμης κατοικίας δημιουργούν για πρώτη φορά τις προϋποθέσεις ώστε να σκεφτούν σοβαρά την απόκτηση παιδιού.
Δεν πρόκειται για επιλογή ευκαιρίας.
Πρόκειται, συχνά, για έναν αγώνα απέναντι στον χρόνο και στα βιολογικά όρια.
Η πολιτεία ουσιαστικά μετέθεσε τη δημιουργία οικογένειας
Το μοντέλο της πολυετούς εργασιακής περιπλάνησης των αναπληρωτών δεν επηρεάζει μόνο την εκπαιδευτική λειτουργία, αλλά και τον οικογενειακό προγραμματισμό χιλιάδων νέων ανθρώπων.
Η παρατεταμένη εργασιακή επισφάλεια μετατρέπει βασικές επιλογές ζωής –όπως η απόκτηση παιδιών– σε απόφαση που συνεχώς αναβάλλεται.
Η κοινωνία ζητά από τους νέους να κάνουν οικογένεια, αλλά ταυτόχρονα τους κρατά για πολλά χρόνια σε καθεστώς προσωρινότητας.
Στην περίπτωση των εκπαιδευτικών, αυτή η αντίφαση είναι ιδιαίτερα έντονη.
Δεν πρόκειται για κατάχρηση δικαιώματος
Η άδεια μητρότητας αποτελεί θεμελιώδες εργασιακό και κοινωνικό δικαίωμα.
Δεν είναι προνόμιο ούτε παραχώρηση.
Κανείς δεν κατηγορεί έναν εργαζόμενο στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα επειδή απέκτησε παιδί λίγο μετά την πρόσληψή του.
Γιατί λοιπόν να αντιμετωπίζονται διαφορετικά οι εκπαιδευτικοί;
Η επιλογή μιας γυναίκας να αποκτήσει παιδί όταν επιτέλους αποκτά εργασιακή σταθερότητα δεν συνιστά κατάχρηση του συστήματος. Αντίθετα, αναδεικνύει τις στρεβλώσεις ενός μοντέλου που την υποχρέωσε να περιμένει επί χρόνια μέχρι να μπορέσει να σχεδιάσει τη ζωή της.
Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται αλλού
Η δημόσια συζήτηση δεν θα έπρεπε να επικεντρώνεται στις άδειες εγκυμοσύνης των νεοδιόριστων.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι γιατί χιλιάδες εκπαιδευτικοί χρειάζεται να περιμένουν μία δεκαετία ή και περισσότερο μέχρι να αποκτήσουν μόνιμη σχέση εργασίας.
Γιατί ένας νέος άνθρωπος να αναγκάζεται να μετακινείται κάθε χρόνο σε διαφορετική περιοχή της χώρας για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα;
Γιατί να φτάνει στα 38 ή στα 40 του χρόνια για να αποκτήσει την πρώτη πραγματική εργασιακή ασφάλεια;
Η κοινωνία οφείλει να δει τη μεγάλη εικόνα
Πίσω από κάθε άδεια μητρότητας υπάρχει συνήθως μια γυναίκα που δίδαξε για χρόνια μακριά από τον τόπο της, πλήρωσε υπέρογκα ενοίκια, έζησε με δύο σπίτια, αποχωρίστηκε την οικογένειά της και ανέβαλε προσωπικά σχέδια μέχρι να μπορέσει να σταθεί επαγγελματικά στα πόδια της.
Δεν πρόκειται για ανθρώπους που «εκμεταλλεύτηκαν» τον διορισμό τους.
Πρόκειται για εκπαιδευτικούς που περίμεναν υπομονετικά το αυτονόητο: μια σταθερή εργασία που θα τους επέτρεπε να ζήσουν όπως κάθε άλλος εργαζόμενος.
Ίσως, λοιπόν, πριν βιαστούμε να σχολιάσουμε ότι «μόλις διορίστηκαν και πήραν άδεια εγκυμοσύνης», αξίζει να αναρωτηθούμε πόσα χρόνια χρειάστηκε να περιμένουν μέχρι να μπορέσουν να γίνουν μητέρες. Για πολλές από αυτές, η άδεια εγκυμοσύνης δεν είναι η αρχή μιας ευνοϊκής μεταχείρισης. Είναι το τέλος μιας πολύχρονης προσωπικής αναβολής και η πρώτη πραγματική ευκαιρία να συνδυάσουν το δικαίωμα στην εργασία με το δικαίωμα στη δημιουργία οικογένειας.