Έντονο προβληματισμό και αντιδράσεις συνεχίζει να προκαλεί στην εκπαιδευτική κοινότητα η συνεχής διεύρυνση των πειθαρχικών, διοικητικών και δικαστικών διώξεων σε βάρος εκπαιδευτικών και συνδικαλιστικών στελεχών σε ολόκληρη τη χώρα.
Από τις πειθαρχικές παραπομπές νεοδιόριστων εκπαιδευτικών που συμμετέχουν στην απεργία – αποχή από την αξιολόγηση μέχρι τις μηνύσεις κατά προέδρων σωματείων και τις διαδικασίες δυνητικής αργίας αιρετών συνδικαλιστών, διαμορφώνεται ένα κλίμα που πολλοί χαρακτηρίζουν πρωτοφανές για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα της εκπαίδευσης.
Από τις αίθουσες των σχολείων στα πειθαρχικά συμβούλια
Το τελευταίο διάστημα πολλαπλασιάζονται οι περιπτώσεις εκπαιδευτικών που βρίσκονται αντιμέτωποι με πειθαρχικές διαδικασίες για τη συνδικαλιστική και πολιτική τους δράση.
Στις 24 Ιουνίου εκδικάζεται η υπόθεση δύο εκπαιδευτικών (Παναγιώτης Χουντής, Ζήσης Γκέρτσος) που παραπέμφθηκαν στο Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Αττικής με αφορμή τη συμμετοχή τους σε κινητοποίηση του 2020. Παρότι το ποινικό δικαστήριο αθώωσε όλους τους συλληφθέντες, η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται, προκαλώντας αντιδράσεις σε ολόκληρο τον κλάδο.
Την ίδια στιγμή εκκρεμούν αποφάσεις για υποθέσεις εκπαιδευτικών που έχουν τεθεί στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης γύρω από τη συνδικαλιστική δράση και την αξιολόγηση, ενώ δεκάδες νεοδιόριστοι εκπαιδευτικοί σε όλη τη χώρα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν πειθαρχικές παραπομπές λόγω της συμμετοχής τους στην απεργία – αποχή που έχουν προκηρύξει οι ομοσπονδίες.
Μηνύσεις κατά συνδικαλιστών
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η μήνυση για συκοφαντική δυσφήμιση που κατατέθηκε σε βάρος της προέδρου του ΣΕΠΕ «Αριστοτέλης», Ντίνας Ρέππα, με αφορμή ανακοίνωση του σωματείου σχετικά με υπόθεση σε δημοτικό σχολείο της Αθήνας.
Η εξέλιξη αυτή αντιμετωπίστηκε από μεγάλο μέρος του εκπαιδευτικού κινήματος ως προσπάθεια ποινικοποίησης των συλλογικών ανακοινώσεων και των παρεμβάσεων των σωματείων. Για πολλούς συνδικαλιστές, το ζήτημα δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο αλλά συνολικά το δικαίωμα των εκπαιδευτικών οργανώσεων να δημοσιοποιούν καταγγελίες και να παρεμβαίνουν δημόσια σε ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία των σχολείων.
Παράλληλα, μέλη διοικητικών συμβουλίων πρωτοβάθμιων σωματείων, μεταξύ αυτών και εκπαιδευτικοί που συμμετέχουν στα όργανα διοίκησης συλλόγων εκπαιδευτικών (πχ. ΣΕΠΕ Νέας Σμύρνης), έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με πειθαρχικές διαδικασίες, αναφορές και διοικητικές κυρώσεις, γεγονός που εντείνει το κλίμα ανησυχίας.
Η αξιολόγηση ως πεδίο σύγκρουσης
Κοινός παρονομαστής πολλών από τις υποθέσεις που απασχολούν σήμερα την εκπαιδευτική κοινότητα είναι η αντιπαράθεση γύρω από την αξιολόγηση.
Η εφαρμογή του σχετικού θεσμικού πλαισίου έχει οδηγήσει σε συγκρούσεις μεταξύ διοίκησης και εκπαιδευτικών οργανώσεων, με τις τελευταίες να καταγγέλλουν ότι οι πειθαρχικές διώξεις χρησιμοποιούνται ως εργαλείο πίεσης προκειμένου να καμφθούν οι αντιδράσεις.
Από την πλευρά της η διοίκηση υποστηρίζει ότι εφαρμόζει το ισχύον νομικό πλαίσιο και τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Ωστόσο, το εύρος των υποθέσεων που βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη έχει δημιουργήσει την αίσθηση ότι η εκπαιδευτική κοινότητα βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα, όπου η συνδικαλιστική δράση και η δημόσια έκφραση διαφωνίας συνοδεύονται ολοένα και συχνότερα από διοικητικές ή δικαστικές συνέπειες.
Ένα ζήτημα που ξεπερνά την εκπαίδευση
Για πολλούς εκπαιδευτικούς, το διακύβευμα πλέον δεν αφορά μόνο συγκεκριμένες υποθέσεις ή πρόσωπα.
Αφορά το δικαίωμα των εργαζομένων να συνδικαλίζονται, να συμμετέχουν σε κινητοποιήσεις, να εκφράζουν δημόσια τις απόψεις τους και να ασκούν κριτική χωρίς τον φόβο πειθαρχικών ή δικαστικών επιπτώσεων.
Γι’ αυτό και κάθε νέα δίωξη προκαλεί κύμα αντιδράσεων και αλληλεγγύης σε όλη τη χώρα. Καθώς οι υποθέσεις συσσωρεύονται, ολοένα και περισσότεροι εκπαιδευτικοί μιλούν για μια «βιομηχανία διώξεων» που απειλεί να μετατρέψει τα σχολεία από χώρους παιδαγωγικής ελευθερίας σε χώρους φόβου και σιωπής.
Το επόμενο διάστημα, με τις εκκρεμείς πειθαρχικές και δικαστικές υποθέσεις να παραμένουν ανοιχτές, αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμο τεστ για τις εργασιακές, συνδικαλιστικές και δημοκρατικές ελευθερίες στον χώρο της δημόσιας εκπαίδευσης.