Σημαντικές διευκρινίσεις για δύο ζητήματα που απασχολούν χιλιάδες εργαζόμενους στον ιδιωτικό και ευρύτερο δημόσιο τομέα δίνει αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου. Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου δεν αρκεί από μόνη της για τη μισθολογική εξομοίωση πτυχιούχων ΤΕΙ με αποφοίτους πανεπιστημίων, ενώ ξεκαθάρισε και τις προϋποθέσεις χορήγησης επιδομάτων ευθύνης όταν έχουν μεταβληθεί οι οργανωτικές δομές μιας επιχείρησης.
Με την υπ’ αριθμόν 32/2026 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος, απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης εργαζόμενης μεγάλης τηλεπικοινωνιακής εταιρείας, η οποία διεκδικούσε συνολικά περίπου 29.000 ευρώ από μισθολογικές διαφορές και επιδόματα, δικαιώνοντας την εργοδοτική πλευρά σε όλα τα στάδια της δικαστικής διαμάχης.
Η υπόθεση είχε αφετηρία αγωγή που κατατέθηκε το 2016 και εξετάστηκε διαδοχικά από το Πρωτοδικείο και το Εφετείο Αθηνών, πριν φτάσει στον Άρειο Πάγο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, η εργαζόμενη είχε αναλάβει από το 2004 καθήκοντα «Υπεύθυνης Έργου» σε τμήμα τηλεφωνικής εξυπηρέτησης, λαμβάνοντας και τα αντίστοιχα έξοδα παράστασης.
Ωστόσο, μετά την αναδιοργάνωση της εταιρείας το 2011 και τη μετακίνησή της σε νέο τμήμα, το δικαστήριο δέχθηκε ότι τότε «καταργήθηκε το μέχρι τότε υφιστάμενο τμήμα όπου αυτή ασκούσε καθήκοντα Υπευθύνου Έργου καθώς και η θέση του “Υπευθύνου Έργου”».
Η εργαζόμενη διεκδίκησε αναδρομικά ποσό 5.300,50 ευρώ, υποστηρίζοντας ότι εξακολουθούσε να ασκεί ουσιαστικά καθήκοντα επικεφαλής ομάδας. Το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό, κρίνοντας ότι «αν και η ενάγουσα ασκούσε καθήκοντα υπευθύνου ποιότητας στο ως άνω νεοσυσταθέν τμήμα (…) ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι κατείχε θέση Υπεύθυνου Έργου», η οποία προϋπέθετε επίσημη διοικητική απόφαση.
Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται ακόμη ότι η συγκεκριμένη παροχή «είναι οικειοθελής, δεν αποτελούν τακτικές αποδοχές και ο εργοδότης επιφυλάσσει σ’ αυτόν ρητά το δικαίωμα ανάκλησής τους», ενώ τονίζεται πως τα σχετικά ποσά «χορηγούνται αποκλειστικά και συνδέονται υποχρεωτικά με την πραγματική άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων προς αντιμετώπιση των εξόδων φιλοξενίας των επισκεπτών, συμμετοχής τους ως εκπροσώπων (…) στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις, των εξόδων κίνησης τους κλπ.».
Τι έκρινε ο Άρειος Πάγος για τα πτυχία ΤΕΙ και τα μεταπτυχιακά
Το βασικότερο σκέλος της υπόθεσης αφορούσε μισθολογικές αξιώσεις ύψους 23.834,73 ευρώ. Η εργαζόμενη, απόφοιτος ΤΕΙ Λογιστικής, απέκτησε το 2011 μεταπτυχιακό τίτλο στη Διεθνή Διαχείριση Ανθρωπίνων Πόρων και ζήτησε να ενταχθεί στον «Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού», επικαλούμενη τις προβλέψεις των επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων.
Ο Άρειος Πάγος απέρριψε το αίτημα, κρίνοντας ότι «προϋπόθεση για την ένταξη του προσωπικού στον Κλάδο Εξειδικευμένου Προσωπικού αποτελεί η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου που απονέμεται από Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΑΕΙ) και όχι η κατοχή μεταπτυχιακού διπλώματος που απονέμεται από Ανώτατο Εκπαιδευτικό Τεχνολογικό Ίδρυμα».
Παράλληλα, οι δικαστές σημείωσαν ότι «η παροχή δυνατότητας στους αποφοίτους Τεχνολογικών Ιδρυμάτων να λάβουν μεταπτυχιακό δίπλωμα σπουδών δεν συνεπάγεται την ισοτιμία τους με τους αντίστοιχους πτυχιούχους Α.Ε.Ι., ιδίως ως προς τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων».
Στο ίδιο σκεπτικό υπογραμμίζεται ότι οι συλλογικές συμβάσεις αναφέρονται σε τίτλους μεταπτυχιακού ή διδακτορικού επιπέδου, «καθόσον μόνο οι πτυχιούχοι πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μπορούν να αποκτήσουν μεταπτυχιακό τίτλο της αναφερόμενης στάθμης Doctorat (διδακτορικό δίπλωμα)».
Με την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, η εργαζόμενη έχασε οριστικά τη δικαστική διεκδίκηση των επίμαχων ποσών και υποχρεώθηκε να καταβάλει 1.800 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα της εταιρείας.