Με αφορμή τηλεοπτική συνέντευξη του Διευθυντή Φυσικής Αγωγής του ΥΠΑΙΘΑ, Δημήτρη Κερερέ, η Πανελλήνια Ένωση Αναπληρωτών Φυσικής Αγωγής (Π.Ε.Ν.Α.Φ.Α.) εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία αποδομεί την επίσημη κυβερνητική εικόνα, αντιπαραβάλλοντας την καθημερινή πραγματικότητα των δημόσιων σχολείων.
Παρόλο που η Ένωση συμφωνεί με τη διαπίστωση ότι ο αθλητισμός αποτελεί τρόπο ζωής , τονίζει ότι η αξία του κρίνεται από τις πράξεις και όχι από τις διακηρύξεις.
Στο πλαίσιο αυτό, καταγγέλλεται η διαχρονική μείωση των διδακτικών ωρών, οι σοβαρές ελλείψεις σε αθλητικές εγκαταστάσεις και εξοπλισμό, η υποστελέχωση των σχολικών μονάδων , καθώς και η περιορισμένη θεσμική υποστήριξη των σχολικών αγώνων.
Παράλληλα, υπενθυμίζεται ότι βάσει του άρθρου 16 του Συντάγματος το κράτος έχει νομική υποχρέωση να αναπτύσσει τη φυσική αγωγή μέσω επαρκούς χρηματοδότησης. Ιδιαίτερη κριτική ασκείται στους επικοινωνιακούς χειρισμούς του Υπουργείου σχετικά με το πρόγραμμα κολύμβησης, καθώς η αναφορά στους 45.000 συμμετέχοντες μαθητές κρίνεται ως αποσπασματική και παραπλανητική.
Η Ένωση αποκαλύπτει ότι ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε μόλις έναν στους τέσσερις μαθητές της Γ’ και Δ’ Δημοτικού πανελλαδικά, πράγμα που σημαίνει ότι το πρόγραμμα αποτυγχάνει να καλύψει τη μεγάλη πλειονότητα (περίπου 75%) των παιδιών για τα οποία θεσμοθετήθηκε.
Συμπερασματικά, οι καθηγητές Φυσικής Αγωγής ζητούν έμπρακτη στήριξη του κλάδου και διαφάνεια, ώστε ο σχολικός αθλητισμός να πάψει να αποτελεί ένα «ωραίο σύνθημα» και να μετατραπεί σε ουσιαστική εκπαιδευτική προτεραιότητα.
Αναλυτικά η ανακοίνωση της ΠΕΝΑΦΑ:
Με αφορμή τη συνέντευξη του Διευθυντή Φυσικής Αγωγής του ΥΠΑΙΘΑ κ. Δημήτρη Κερερέ στην ΕΡΤ Sports και τις αναφορές του στον ρόλο και την πορεία του σχολικού αθλητισμού στη χώρα μας, η Πανελλήνια Ένωση Αναπληρωτών Φυσικής Αγωγής (Π.ΕΝ.Α.Φ.Α.) θεωρεί αναγκαίο να καταθέσει ορισμένες επισημάνσεις που αποτυπώνουν την πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά οι εκπαιδευτικοί Φυσικής Αγωγής και οι μαθητές στα δημόσια σχολεία.
Η αναφορά ότι «ο σχολικός αθλητισμός είναι τρόπος ζωής» αποτελεί μια διαπίστωση με την οποία κανείς εκπαιδευτικός Φυσικής Αγωγής δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει. Ωστόσο, η αξία του σχολικού αθλητισμού δεν κρίνεται από τις διακηρύξεις αλλά από τις πραγματικές πολιτικές που εφαρμόζονται στην εκπαίδευση. Ο σχολικός αθλητισμός δεν είναι απλώς ένα μέσο ανάδειξης μελλοντικών πρωταθλητών. Σύμφωνα με τη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία, συμβάλλει στη σωματική και ψυχική υγεία των μαθητών, στην κοινωνικοποίηση, στη μείωση της σχολικής διαρροής, στην ανάπτυξη δεξιοτήτων συνεργασίας και στην καλλιέργεια δημοκρατικών αξιών. Η UNESCO, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζουν τη Φυσική Αγωγή ως θεμελιώδες δικαίωμα κάθε παιδιού και όχι ως δευτερεύουσα εκπαιδευτική δραστηριότητα.
Παρά ταύτα, οι εκπαιδευτικοί Φυσικής Αγωγής βιώνουμε διαχρονικά μια διαφορετική πραγματικότητα: μείωση διδακτικών ωρών, ελλείψεις σε αθλητικές εγκαταστάσεις και εξοπλισμό, περιορισμένη θεσμική υποστήριξη των σχολικών αγώνων, αυξημένες γραφειοκρατικές απαιτήσεις και υποστελέχωση πολλών σχολικών μονάδων.
Οι συνθήκες αυτές δυσχεραίνουν την ουσιαστική υλοποίηση των στόχων που δημόσια προβάλλονται. Από νομική σκοπιά, το άρθρο 16 του Συντάγματος επιβάλλει στο κράτος την υποχρέωση ανάπτυξης της φυσικής αγωγής και του αθλητισμού στο πλαίσιο της παιδείας. Η υποχρέωση αυτή δεν εξαντλείται σε επικοινωνιακές αναφορές, αλλά απαιτεί συγκεκριμένα μέτρα, επαρκή χρηματοδότηση, στελέχωση και ουσιαστική ενίσχυση του μαθήματος της Φυσικής Αγωγής. Η αρχή της χρηστής διοίκησης επιβάλλει αντιστοίχιση λόγων και έργων. Επομένως, εάν πράγματι θεωρούμε ότι «ο σχολικός αθλητισμός είναι τρόπος ζωής», τότε οφείλουμε να το αποδεικνύουμε έμπρακτα: με περισσότερη Φυσική Αγωγή στο σχολείο, με ασφαλείς αθλητικές εγκαταστάσεις, με ενίσχυση των σχολικών πρωταθλημάτων και με ουσιαστική στήριξη των εκπαιδευτικών που καθημερινά υπηρετούν τον θεσμό. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος ο σχολικός αθλητισμός να παραμείνει ένα ωραίο σύνθημα αντί για μια πραγματική εκπαιδευτική προτεραιότητα. Αξίζει επίσης να σχολιαστεί η αναφορά του κ. Κερερέ στους 45.000 μαθητές που συμμετείχαν στο πρόγραμμα κολύμβησης.
Οι αριθμοί αποκτούν πραγματική αξία μόνο όταν παρουσιάζονται στο σωστό τους πλαίσιο. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του μαθητικού πληθυσμού, οι μαθητές της Γ΄ και Δ΄ Δημοτικού ανέρχονται πανελλαδικά σε περίπου 171.000. Επομένως, οι 45.000 συμμετέχοντες αντιστοιχούν σε περίπου έναν στους τέσσερις μαθητές των συγκεκριμένων τάξεων. Με άλλα λόγια, το πρόγραμμα εξακολουθεί να μην καλύπτει τη μεγάλη πλειονότητα των παιδιών για τα οποία θεσμοθετήθηκε.
Συνεπώς, η παράθεση του απόλυτου αριθμού των συμμετεχόντων, χωρίς αναφορά στο συνολικό πληθυσμό των δικαιούχων μαθητών, δημιουργεί μια εικόνα πολύ διαφορετική από την πραγματική έκταση εφαρμογής του μέτρου.
Η επιτυχία ενός εκπαιδευτικού προγράμματος δεν αξιολογείται μόνο από το πόσοι συμμετείχαν, αλλά κυρίως από το ποιο ποσοστό του μαθητικού πληθυσμού κατάφερε τελικά να προσεγγίσει. Η παρουσίαση αποσπασματικών στατιστικών στοιχείων χωρίς τον αντίστοιχο παρονομαστή δεν συνάδει με τις αρχές της διαφάνειας και της αντικειμενικής αποτύπωσης της αποτελεσματικότητας των δημόσιων πολιτικών.
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Αναδρομικά έως 3.500 ευρώ και αυξήσεις συντάξεων: Ποιοι πληρώνονται
Πανελλήνιες 2026: Θέματα, Λύσεις, Αποτελέσματα και Bάσεις στο google
Βασίλης Γκουζέλος