«Συγγνώμη, κλείσαμε» είναι ενίοτε η απάντηση που παίρνουν ξένοι φοιτητές οι οποίοι επιχειρούν να σπουδάσουν σε «διεθνή» μεταπτυχιακά προγράμματα ελληνικών ΑΕΙ.
Παρά τον αγώνα δρόμου που καταβάλλουν τα στελέχη του Study in Greece και των πανεπιστημίων για την προσέλκυση ξένου δυναμικού, η πραγματικότητα συχνά προσκρούει σε εσωτερικές αγκυλώσεις.
Πρόσφατα, ομάδα Ινδών εκδήλωσε ενδιαφέρον, μέσω ξένου ατζέντη, να εγγραφεί σε αγγλόφωνο μεταπτυχιακό πρόγραμμα ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου. Και όμως, η απάντηση που έλαβαν οι υποψήφιοι από τη μακρινή και πολυπληθή Ινδία ήταν αρνητική. Ο λόγος; Οι θέσεις είχαν κλείσει, όχι όμως από άλλους ξένους φοιτητές, αλλά από Έλληνες και Κύπριους υποψηφίους, με τα μαθήματα να γίνονται στα ελληνικά. Πανεπιστημιακοί παράγοντες βεβαιώνουν πως μια τέτοια πρακτική είναι συνηθισμένη, καθώς εξυπηρετεί το σύστημα: βολεύει τους καθηγητές και το διοικητικό προσωπικό, αφού γλιτώνουν από το ξεβόλεμα της επικοινωνίας σε μια ξένη γλώσσα.
Η λογική του κόστους και το «ξεβόλεμα» των διδασκόντων
Ο κ. Χρήστος Μιχαλακέλης, καθηγητής στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο και πρόεδρος του Study in Greece, παρατηρεί στην «Κ» ότι ενώ γίνεται μεγάλη προσπάθεια εξωστρέφειας, μερίδα διευθυντών προγραμμάτων επαναπαύεται στην εύκολη οδό. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, οι αρνητικές απαντήσεις εντάσσονται στη λογική του «θα καθίσω να κάνω μάθημα για δύο-τρία άτομα, αφού έχω τους Έλληνες, και με αυτούς καλύπτονται τα έξοδα;».

Σύμφωνα με πληροφορίες, σε μεγάλο πανεπιστήμιο της Αττικής οι καθηγητές δεν έκαναν δεκτές αιτήσεις από τη Νιγιρία, ενώ αλλού απορρίφθηκαν Ινδοί. «Ακόμη κι αν θέλει ο πρύτανης, τον βασικό λόγο σε αυτή την περίπτωση για το ποιοι υποψήφιοι θα γίνουν δεκτοί, τον έχουν ο διευθυντής του προγράμματος και οι διδάσκοντές του», σημειώνει ο κ. Μιχαλακέλης. Η οργάνωση ενός μαθήματος στα αγγλικά θεωρείται συχνά αχρείαστος φόρτος, ενώ η ουσιαστική στόχευση πολλών μεταπτυχιακών παραμένει η αύξηση του εισοδήματος των διδασκόντων και του ιδρύματος μέσω του ΕΛΚΕ.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι σήμερα λειτουργούν περίπου 1.350 μεταπτυχιακά προγράμματα, εκ των οποίων τα 161 είναι ξενόγλωσσα. Πολλά από αυτά εμφανίζονται ως αγγλόφωνα μόνο και μόνο για να ικανοποιούν τους στόχους εξωστρέφειας που θέτει η ΕΘΑΑΕ, ενώ στην πραγματικότητα μόλις το 10% των φοιτητών είναι ξενόγλωσσοι. Τα δίδακτρα κυμαίνονται από 2.500 έως 10.000 ευρώ ετησίως.
Γραφειοκρατικά εμπόδια και βίζα σε... δύο χρόνια
Προσκόμματα βάζει και το διοικητικό προσωπικό των γραμματειών. «Η επικοινωνία με τους ξένους, που δεν γνωρίζουν και την ελληνική πραγματικότητα, είναι πιο δύσκολη. Αυτό πρέπει να συνδυαστεί και με τον ήδη μεγάλο φόρτο εργασίας που έχουν οι υπάλληλοι», δηλώνει ο κ. Θάνος Παπαϊωάννου, γενικός διευθυντής του SiG.
Παράλληλα, οι αντικειμενικές δυσκολίες στην απόκτηση βίζας είναι τεράστιες. «Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστούν έως και δύο χρόνια και να πρέπει ο υποψήφιος να υποβάλει και δεύτερη αίτηση», αναφέρει η κ. Μαρία Βαμβακάκη, αντιπρύτανις στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Η κ. Ευγενία Σκουντάκη, επικεφαλής του Welcome Office του ιδρύματος, προσθέτει «απορρίπτονται υποψήφιοι από τις πρεσβείες μας, παρότι πληρούν τις προϋποθέσεις. Έχουμε έλθει σε επαφή για το θέμα με τις πρεσβείες, αλλά μάλλον απορρίπτονται κατά τη συνέντευξη για μη ακαδημαϊκούς λόγους». Επιπλέον, οι υπάλληλοι των δημόσιων υπηρεσιών συχνά δεν γνωρίζουν αγγλικά, ενώ και οι ιστοσελίδες τους δεν είναι μεταφρασμένες.
Χαμένα έσοδα εκατομμυρίων
Παρά τα προβλήματα, υπάρχει μεγάλη ζήτηση από χώρες όπως η Ιορδανία, η Ινδία, η Κίνα, η Νιγηρία και οι ΗΠΑ. Ο κ. Κώστας Διαμαντάρας, αντιπρύτανης στο Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδας, εξηγεί ότι οι ατζέντες παίρνουν προμήθεια 10% έως 15% επί των διδάκτρων για κάθε εγγραφή.

Ο κ. Μιχαλακέλης τονίζει πως η Αφρική έχει «πολύ ψωμί», καθώς τα παιδιά των ελίτ προτιμούν την Ευρώπη και το κόστος στην Ελλάδα είναι ανταγωνιστικό. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι «το γεγονός ότι πολλά αγγλόφωνα καλύπτονται από ελληνόφωνους φοιτητές πρέπει να επανεξεταστεί από τα ίδια τα ιδρύματα. Έχει υπολογιστεί ότι για κάθε 1.000 ξένους φοιτητές, τα έσοδα της χώρας –από δίδακτρα, στέγαση, διατροφή, μετακινήσεις κ.λπ.– είναι περί τα 20 εκατ. ευρώ ετησίως».
Καταλήγοντας, παρομοιάζει την κατάσταση με την εστίαση: «Είναι σαν να έχεις ένα εστιατόριο. Το διαφημίζεις και η κουζίνα δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τους πελάτες».
Όλες οι σημαντικές ειδήσεις
Αλλαγές κορυφής στην εκπαίδευση της Αττικής: Χηρεύουν 3 θέσεις "κλειδιά"
Λεωνίδας Βουρλιώτης