Θα ήταν ακόμη προτιμότερο να γινόταν με όρους πρόληψης και όχι εκ των υστέρων, όταν μια κατάσταση έχει ήδη οξυνθεί.
Και θα ήταν στοιχειωδώς δίκαιο ο άνθρωπος που, για άλλη μια φορά, έφερε αυτά τα ζητήματα στο προσκήνιο, να είχε λάβει εγκαίρως την υποστήριξη που χρειαζόταν.
Δεν τη έλαβε.
Για ακόμη μία φορά, ένας άνθρωπος βρέθηκε μόνος απέναντι σε κάτι μεγαλύτερο από τις ατομικές του δυνάμεις, χωρίς ένα σαφές και λειτουργικό πλαίσιο στήριξης. Και αυτό από μόνο του λέει πολλά. Γιατί σε τέτοιες περιπτώσεις έχουμε την τάση να προσωποποιούμε το πρόβλημα: να εντοπίζουμε τον «δύσκολο γονέα», τον «ανεπαρκή εκπαιδευτικό», το «ανεξέλεγκτο παιδί». Όμως πολύ συχνά αυτό που βλέπουμε ως ατομικό πρόβλημα είναι στην πραγματικότητα το σύμπτωμα μιας βαθύτερης συλλογικής δυσλειτουργίας.
Αξίζει, λοιπόν, να σταθούμε λίγο πιο ουσιαστικά στο πώς διαμορφώνεται η συμπεριφορά των παιδιών.
Η συμπεριφορά δεν εμφανίζεται ξαφνικά μέσα σε μια σχολική αίθουσα, ούτε αποτελεί ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό του παιδιού. Δεν είναι κάτι που «έχει» απλώς το παιδί, σαν να πρόκειται για σταθερό γνώρισμα του χαρακτήρα του. Η συμπεριφορά συγκροτείται σταδιακά μέσα από τις σχέσεις. Είναι προϊόν αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο παιδί και στα συστήματα μέσα στα οποία μεγαλώνει: την οικογένεια, το σχολείο, την κοινότητα, το ευρύτερο πολιτισμικό πλαίσιο.
Με άλλα λόγια, το παιδί δεν αναπτύσσεται σε κενό. Αναπτύσσεται μέσα σε ένα πλέγμα προσδοκιών, αντιδράσεων, ματαιώσεων, ορίων, ασυνεπειών, αγωνιών και δεσμών. Και η συμπεριφορά του είναι, πολύ συχνά, ο τρόπος με τον οποίο αυτό το πλέγμα εκφράζεται προς τα έξω.
Η αναπτυξιακή ψυχολογία μας έχει δείξει εδώ και δεκαετίες ότι τα παιδιά χρειάζονται όρια. Όχι επειδή οι ενήλικες οφείλουν να επιβάλλονται. Όχι επειδή η πειθαρχία είναι αυτοσκοπός. Αλλά επειδή τα όρια αποτελούν βασική προϋπόθεση ψυχικής οργάνωσης. Μέσα από τα όρια, το παιδί συναντά σταδιακά την πραγματικότητα ότι δεν είναι μόνο του στον κόσμο. Μαθαίνει ότι υπάρχει και ο άλλος, ότι υπάρχουν κανόνες συνύπαρξης, ότι δεν μπορούν όλες οι επιθυμίες να ικανοποιούνται άμεσα και ότι η ματαίωση δεν είναι καταστροφή αλλά αναπόσπαστο μέρος της ψυχικής ωρίμανσης.
Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο που σήμερα συχνά συγχέεται. Ένα παιδί είναι ασφαλώς ένας ισάξιος άνθρωπος. Έχει αξιοπρέπεια, δικαιώματα, συναισθήματα, ανάγκες και δική του υποκειμενικότητα.
Δεν είναι όμως, σε κάθε πλαίσιο, ισότιμος συνομιλητής με τον ενήλικα ως προς την ευθύνη της οργάνωσης του κόσμου.
Ο ενήλικας δεν είναι απλώς ένας «μεγαλύτερος φίλος».
Οφείλει να είναι το πρόσωπο που αντέχει τη δυσφορία του παιδιού χωρίς να καταρρέει από αυτήν.
Που βάζει όριο χωρίς να αποσύρει την αγάπη.
Που αντέχει να μην είναι πάντα αρεστός για να μπορέσει να είναι πραγματικά υποστηρικτικός.
Και εδώ ακριβώς εμφανίζεται ένα από τα βαθύτερα ψυχοκοινωνικά ζητήματα της εποχής μας.
Πολλοί σημερινοί ενήλικες δυσκολεύονται να κατοικήσουν σταθερά αυτόν τον ρόλο. Όχι κατ’ ανάγκη από αδιαφορία, αλλά συχνά από εσωτερική ανασφάλεια, εξάντληση και ενοχή. Μεγαλώνουν παιδιά ενώ οι ίδιοι ζουν σε ένα περιβάλλον κοινωνικά απορρυθμισμένο, οικονομικά πιεστικό και συναισθηματικά υπερφορτωμένο. Βρίσκονται υπό συνεχή πίεση να είναι ταυτόχρονα επαρκείς, τρυφεροί, συνειδητοποιημένοι, διαθέσιμοι, ήρεμοι, ενημερωμένοι, μη τραυματικοί, επιτυχημένοι επαγγελματικά και ακούραστοι ψυχικά. Πρόκειται για μια σχεδόν αδύνατη εξίσωση.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η οριοθέτηση συχνά βιώνεται όχι ως φυσικό μέρος της γονεϊκής λειτουργίας, αλλά ως ψυχικό κόστος. Ο γονέας φοβάται ότι αν ματαιώσει το παιδί, αν επιμείνει σε έναν κανόνα, αν πει «όχι» και το αντέξει, τότε ίσως τραυματίσει τη σχέση τους ή χάσει τη συναισθηματική του εγγύτητα. Πίσω από πολλές σύγχρονες δυσκολίες στην οριοθέτηση δεν υπάρχει απλώς «χαλαρότητα». Υπάρχει φόβος απώλειας δεσμού. Υπάρχει ενοχή. Υπάρχει μια βαθιά σύγχυση ανάμεσα στην αγάπη και στην απουσία ματαίωσης.
Παράλληλα, το ευρύτερο πολιτισμικό κλίμα ενισχύει αυτή τη σύγχυση. Ζούμε σε μια εποχή έντονης επιφανειακής ‘’ψυχολογικοποίησης’’ και οχι ψυχοενδυνάμωσης, στην οποία κάθε δυσφορία τείνει να αντιμετωπίζεται ως κάτι που πρέπει να εξαφανιστεί άμεσα. Η αντοχή στη ματαίωση, η αναμονή, η αποδοχή των ορίων, η υπαγωγή σε ένα συλλογικό πλαίσιο συχνά δεν προβάλλονται ως αναπτυξιακές ανάγκες, αλλά σχεδόν ως απειλές για την «αυθεντικότητα» του παιδιού. Έτσι, σταδιακά καλλιεργείται μια παιδοκεντρική κουλτούρα που, ενώ εμφανίζεται ως βαθιά φιλική προς το παιδί, στην πράξη συχνά το αφήνει χωρίς τον αναγκαίο ψυχικό και συμβολικό σκελετό.
Και εδώ βρίσκεται η ειρωνεία:
ένα παιδί χωρίς όρια δεν είναι ένα ελεύθερο παιδί.
Είναι συχνά ένα παιδί περισσότερο εκτεθειμένο στην εσωτερική του αστάθεια.
Γιατί τα όρια δεν περιορίζουν μόνο. Περιέχουν. Οργανώνουν. Καθησυχάζουν. Δίνουν σχήμα στην εμπειρία. Βοηθούν το παιδί να ξέρει πού τελειώνει το ίδιο και πού αρχίζει ο άλλος, τι επιτρέπεται, τι δεν επιτρέπεται, τι μπορεί να αντέξει, ποιος θα κρατήσει το πλαίσιο όταν το ίδιο δεν μπορεί.
Αυτό το ζήτημα γίνεται ιδιαίτερα ορατό στο σχολείο. Το σχολείο είναι ο χώρος όπου η ιδιωτική ανατροφή συναντά τη δημόσια ζωή. Εκεί το παιδί καλείται να λειτουργήσει όχι ως μοναδικό κέντρο, αλλά ως μέλος ομάδας. Να περιμένει, να μοιράζεται προσοχή, να δέχεται κανόνες που δεν έχουν φτιαχτεί αποκλειστικά για το ίδιο, να αναγνωρίζει θεσμικούς ρόλους, να αντέχει τη μη εξατομικευμένη πραγματικότητα.
Όταν όμως το παιδί έχει μάθει, ρητά ή άρρητα, ότι η προσωπική του δυσφορία αρκεί για να ανασταλεί το πλαίσιο, ότι η επιθυμία του προηγείται σταθερά της συλλογικής συνθήκης ή ότι κάθε όριο είναι εν δυνάμει αδικία, τότε η σχέση με το σχολείο μετατρέπεται εύκολα σε πεδίο σύγκρουσης. Όχι επειδή το παιδί είναι «κακό» ή «προβληματικό», αλλά επειδή μεταφέρει σε έναν θεσμικό χώρο ένα μοντέλο σχέσης που έχει ήδη εμπεδωθεί αλλού.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το σχολείο είναι άμοιρο ευθυνών. Κάθε άλλο. Ένα σχολείο χωρίς σαφή όρια, χωρίς παιδαγωγική συνέπεια, χωρίς γλώσσα διαχείρισης της σύγκρουσης και χωρίς συναισθηματικά επαρκείς ενήλικες μπορεί να εντείνει πολύ σοβαρά τα προβλήματα. Όμως το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι αν θα ενοχοποιήσουμε περισσότερο την οικογένεια ή περισσότερο το σχολείο. Αυτό είναι ο εύκολος δρόμος και συνήθως ο πιο αδιέξοδος.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι ενήλικες γύρω από το παιδί λειτουργούν ως συνεκτικό περιβάλλον ή ως αντίπαλα στρατόπεδα.
Γιατί όταν οικογένεια και σχολείο στέκονται ανταγωνιστικά, το παιδί δεν προστατεύεται. Απορρυθμίζεται. Βρίσκεται ανάμεσα σε αντιφατικά μηνύματα, σε ασύμβατες απαιτήσεις, σε ενήλικες που αλληλοαναιρούνται. Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η συμπεριφορά του παιδιού συχνά οξύνεται, όχι επειδή «κερδίζει εξουσία», αλλά επειδή χάνει ασφάλεια.
Η ψυχοκοινωνική διάσταση του ζητήματος είναι ακριβώς αυτή: τα παιδιά δεν χρειάζονται απλώς «καλούς γονείς» ή «καλούς δασκάλους». Χρειάζονται ένα συνεκτικό οικοσύστημα ενηλίκων. Χρειάζονται πρόσωπα και θεσμούς που να μην ακυρώνουν ο ένας τον άλλον. Χρειάζονται κοινή γλώσσα, στοιχειώδη συμφωνία για τα όρια και αμοιβαίο σεβασμό στους ρόλους.
Και εδώ ερχόμαστε σε μια ακόμη σιωπηλή διάσταση: την εγκατάλειψη των ίδιων των ενηλίκων από το σύστημα.
Οι εκπαιδευτικοί, όπως και πολλοί άλλοι επαγγελματίες, καλούνται να διαχειριστούν ολοένα πιο σύνθετες ψυχοκοινωνικές δυναμικές χωρίς επαρκή εκπαίδευση, χωρίς εποπτεία, χωρίς σταθερές διεπιστημονικές δομές, χωρίς ουσιαστική θεσμική κάλυψη. Από την άλλη πλευρά, και οι οικογένειες συχνά μένουν μόνες, φορτωμένες με άγχος, ενοχές, εξάντληση, οικονομική πίεση και αντιφατικά κοινωνικά μηνύματα για το τι σημαίνει «σωστός» γονέας.
Έτσι, αντί να υπάρχει ένα υποστηρικτικό πλέγμα γύρω από το παιδί, υπάρχουν συχνά απομονωμένες μονάδες σε αλληλοσύγκρουση. Ένας γονέας που νιώθει ότι κρίνεται. Ένας εκπαιδευτικός που νιώθει αβοήθητος. Ένα παιδί που εκφράζει με τη συμπεριφορά του αυτό που το σύστημα αδυνατεί να επεξεργαστεί αλλιώς.
Γι’ αυτό και τέτοιες καταστάσεις δεν λύνονται με ηθικό πανικό, με δημόσιες καταγγελίες που εξαντλούνται στη συγκίνηση της στιγμής ή με απλουστευτικές αναζητήσεις ενόχων. Χρειάζονται κάτι πολύ πιο δύσκολο και πολύ πιο ουσιαστικό: σοβαρή πρόληψη, ενίσχυση της γονεϊκής λειτουργίας, ενίσχυση του σχολείου ως πλαισίου, και κυρίως θεσμικές δομές που να στηρίζουν έγκαιρα τα συστήματα πριν διαλυθούν.
Γιατί η εικόνα ενός παιδιού δεν είναι ποτέ μόνο «θέμα συμπεριφοράς».
Είναι πάντοτε και θέμα σχέσεων.
Και πολύ συχνά, είναι θέμα κοινωνίας.
Ας προσπαθήσουμε
Ας παλέψουμε να μην νιώσει ποτέ ξανά κανένας το τραγικό αίσθημα της απόλυτης απελπισίας και μοναξιάς. Σε μια χώρα που δεν προλαμβάνει, ας οχυρώσουμε τις δομές μας με συλλογικότητα και νοιάξιμο.
Δεν αντικαθιστά το κρατικό πλαίσιο αλλά έστω λειτουργεί σαν μια πρώτη γραμμή άμυνας, να ξέρει κανείς πως οι άνθρωποι νοιάζονται.
*Κορδώνη Χριστιάννα
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Σκηνές έντασης στη Βουλή μπροστά σε μαθητές: «Μάσα», «γυμνοσάλιαγκας», «τσαμπατζού»
Έκτακτο επίδομα 200 ευρώ για το Πάσχα – Μέχρι πότε οι αιτήσεις