Το καλοκαίρι του 2025, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας νομοθέτησε την ίδρυση των «Κέντρων Καινοτομίας». Σύμφωνα με το άρθρο 5 §5 της Υπ. Απόφασης 84081/ΓΔ1/2025, τα κέντρα αυτά «προωθούν τη διεπιστημονική, συστημική και διαθεματική προσέγγιση της γνώσης, ώστε να συνδέεται σε ενιαίο πλαίσιο η εκπαίδευση με την περιβαλλοντική, κοινωνική, πολιτισμική και οικονομική διάσταση της κοινωνίας».
Όλα αυτά ακούγονται όμορφα, αλλά αν ξύσει κανείς την επιφάνεια, γίνεται φανερό ότι πρόκειται για πρόχειρη ανακύκλωση παλαιών πρακτικών. Στη χώρα μας λειτουργούν ήδη 58 Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης, τα οποία παρέχουν εκπαίδευση στο πεδίο, δηλαδή στη φύση, συχνά σε ορεινά ή παραμεθόρια χωριά. Τα Κέντρα αυτά ξεκίνησαν πειραματικά το 1993 και έχουν επανειλημμένα προσελκύσει το ενδιαφέρον της διεθνούς ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας.
Η αποστολή τους; Να «προωθούν τη διεπιστημονική, συστημική και διαθεματική προσέγγιση της γνώσης, ώστε να συνδέεται σε ενιαίο πλαίσιο η εκπαίδευση με το περιβάλλον, την οικολογία και την αειφόρο ανάπτυξη» (§1 του άρθρου 12 του ν. 4547/2018). Παραδόξως, αυτή η περιγραφή είναι λέξη προς λέξη πανομοιότυπη με την αποστολή των νεοσύστατων Κέντρων Καινοτομίας.
Συνεπώς, το Υπουργείο Παιδείας φαίνεται να κινητοποιεί πόρους και προσωπικό για να… επανεφεύρει τον τροχό. Τα νεοσύστατα Κέντρα Καινοτομίας φαίνεται να έχουν την ίδια αποστολή με έναν θεσμό που ήδη λειτουργεί επιτυχώς και έχει αποδειχθεί ανθεκτικός σε πολλές κρίσεις και κυβερνήσεις.
Επιπλέον, τα Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης έχουν το πλεονέκτημα της υπαίθριας μάθησης: βγάζουν τους μαθητές στη φύση, κάτι που η έρευνα δείχνει ότι ωφελεί τη σωματική και ψυχική τους υγεία, αλλά και τις περιβαλλοντικές τους συμπεριφορές. Τα νεοσύστατα Κέντρα Καινοτομίας, αντίθετα, περιορίζονται κυρίως σε γραφεία πόλεων, αφαιρώντας αυτό το κρίσιμο στοιχείο.
Το αποτέλεσμα; Μια επανάληψη παλαιών πρακτικών, που επαναλαμβάνεται με νέες ονομασίες και νέους πόρους, χωρίς αναφορά στις υπάρχουσες δομές — στην ουσία λογοκλοπή νομοθετικού επιπέδου. Αν ήταν σχολική εργασία, με ομοιότητα 70–80% ως προς το προγενέστερο νομοθέτημα και μάλιστα χωρίς αναφορά, θα απορρίπτονταν ως «αντιγραφή». Εν προκειμένω, πρόκειται για μια πιο σοβαρή εκδοχή αυτού του φαινομένου, που δυστυχώς μετονομάζεται σε «καινοτομία».
Η πραγματική καινοτομία δεν μπορεί να προκύψει από την ανακύκλωση παλαιών κειμένων. Χρειάζεται νέες, βιώσιμες πρωτοβουλίες που φέρνουν τα παιδιά σε επαφή με τη φύση και ενισχύουν τις καλές πρακτικές της εκπαίδευσης. Η πολιτική ηγεσία πρέπει να στηρίζει αυτά τα επιτυχημένα μοντέλα, όχι να τα επαναλανσάρει ως δικά της επιτεύγματα.
Όμως, ακόμη κι αν δεχθεί κανείς —έστω καλόπιστα— ότι η πολιτική ηγεσία επιδιώκει πράγματι την καινοτομία, το πρόβλημα δεν εξαντλείται στο περιεχόμενο των νομοθετικών κειμένων. Η πραγματική δοκιμασία βρίσκεται στην υλοποίηση: στο ποιοι καλούνται να στελεχώσουν και να διαχειριστούν αυτούς τους θεσμούς και με ποιες λογικές.
Εκτός από την ανακύκλωση παλαιών κειμένων, το υπουργείο θα πρέπει να κάνει κάτι και με την ανακύκλωση προσώπων. Όσο η επιχειρούμενη καινοτομία, παρά τις αγνές προθέσεις και δημιουργικούς σχεδιασμούς του υπουργείου, πέφτει στα χέρια παλαιοκομματικών παραγόντων φορέων ενός συστήματος παρωχημένων λογικών, τόσο και θα αποτυγχάνει.
Πώς να κρίνει ένας τοπικός παράγοντας παλαιοκομματικού τύπου αν ο τάδε ή ο δείνα συνάδελφός του είναι κατάλληλος για να υπηρετήσει ένα κέντρο καινοτομίας; Κατάλληλος για αυτόν είναι ο οικείος και όχι ο πιο χρήσιμος. Και θα απορρίπτει τον πιο χρήσιμο με νομοτυπικές εφευρέσεις και αυθαίρετες ερμηνείες ακόμη και μιας υπάρχουσας σαφέστατης νομοθεσίας. Οπότε, και η καινοτομία παύει να είναι καινοτομία. Με τέτοιες πρακτικές ακυρώνεται ακόμη και η καλύτερη πρόθεση πρόθεση και προσδοκίες του υπουργείου.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις