Τον Νοέμβριο του 1901 ξέσπασαν ορισμένα εκτεταμένα επεισόδια που ονομάστηκαν «Ευαγγελικά» ή «Ευαγγελιακά» επειδή καταπολεμούσαν την απόδοση των Ευαγγελίων στη δημοτική γλώσσα. Δύο χρόνια αργότερα, το 1903, εκδηλώθηκαν ανάλογες ταραχές, τα «Ορεστειακά», εξαιτίας της μετάφρασης του αισχύλειου δράματος στην καθομιλουμένη.
Οι φοιτητές της εποχής πρωταγωνίστησαν και στις δύο περιπτώσεις, καυτηριάζοντας τις «βλάσφημες», «άσχημες» και «προδοτικές» μεταφράσεις, διότι υποκινήθηκαν από «καθαρολόγους» ή «γλωσσαμύντορες» καθηγητές, σαν τον Γεώργιο Μιστριώτη, που υπερασπίζονταν την καθαρεύουσα, αττικίζουσα και αρχαΐζουσα γλώσσα. Η Μικρασιατική Καταστροφή άλλαξε, εν τούτοις, τα δεδομένα καθώς κατέδειξε την ιδεολογική χρεοκοπία της στείρας προγονολατρίας, τη φθίνουσα χρησιμοποίηση της καθαρεύουσας και την παταγώδη κατάρρευση της μεγαλοϊδεατικής εξωστρέφειας που επηρέαζε τις εγχώριες γλωσσικές, κοινωνικές και εκπαιδευτικές κατευθύνσεις.
Ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιώργος Θεοτοκάς και οι υπόλοιποι εκπρόσωποι της περίφημης «Γενιάς του '30» υποστήριξαν επίσης τη δημοτική γλώσσα αφού απέδειξαν ότι ήταν ένα πολύ χρήσιμο και εύπλαστο εργαλείο που μπορούσε να προσφέρει υψηλή και μοντερνιστική τέχνη. Η Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη (1941), η «δίκη των τόνων» (1941-1942) και η «γλώσσα του βουνού» συνέχισαν να αναδεικνύουν την απήχηση της δημοτικής. Στη συνέχεια, όμως, κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, ταυτίστηκε με την Αριστερά και την κομμουνιστική παράταξη προκαλώντας έναν ιδιότυπο λεκτικό διχασμό.
Το τέλος του αδελφοκτόνου πολέμου σηματοδότησε την υποχώρηση της δημοτικής αφού στοχοποιήθηκε από τις διωκτικές αρχές. Παρ’ όλα αυτά διατήρησε μια καθαρή δυναμική επειδή αποτελούσε μια ιδιότυπη πράξη αντίστασης. Με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964, την πτώση της χούντας (1974) και τον σχετικό νόμο του Ράλλη (1976) κατέστη επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους. Κατά την περίοδο 1980-1990 παρουσιάστηκε, πάντως, κάποια ανησυχία καθώς εμφανίστηκαν αρκετές αγγλικές ή αμερικανικές λέξεις (π.χ. lifestyle, marketing) που εισέβαλαν στην ελληνική γλωσσική καθημερινότητα, εξαιτίας του καταναλωτισμού, της διαφήμισης και του κινηματογράφου, προκαλώντας ορισμένες αντιδράσεις.
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές της χιλιετηρίδας προέκυψαν δύο συνδεδεμένα φαινόμενα που στοχοποιούσαν τους νέους επειδή χρησιμοποιούσαν «μόνο 300 λέξεις» (θεωρία της λεξιπενίας) και επειδή έγραφαν με Greeklish «υπονομεύοντας» την πατροπαράδοτη γλώσσα και το ελληνικό αλφάβητο.
Τότε εμφανίστηκαν ορισμένοι επιστήμονες, σαν τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη, που έσπευσαν να καυτηριάσουν τις ξενικές γλωσσικές εξαρτήσεις. Κάποιες άλλες φωνές, όπως εκείνη του Μάριου Πλωρίτη, υποστήριξαν, αντίθετα, ότι δεν υπήρχε κανένας σχετικός κίνδυνος εξαιτίας της αφομοιωτικής δύναμης της ελληνικής.
Το ζήτημα αυτό δεν σταμάτησε, εν τούτοις, εκεί καθώς είχε ενδιαφέρουσα συνέχεια. Κατά τις επόμενες δύο δεκαετίες παρατηρήθηκαν νέες αλλαγές, σαν την επέλαση του internet και την εξάπλωση των social media, που αναδιαμόρφωσαν τη νεανική χρήση της γλώσσας δημιουργώντας μια διαφοροποιημένη αργκό και μια ιδιόμορφη slang. Η σύγχρονη νεανική και εφηβική γλώσσα είναι ένα καινοφανές «ψηφιακό υβρίδιο» καθώς ενέχει την αισθητική της trap, του TikTok και του gaming ενσωματώνοντας ακατέργαστους αγγλικούς όρους (cringe, flex, bro) και ακρωνύμια. Είναι γρήγορη, κοφτή, συνθηματική και λειτουργεί ως ένας ταυτοτικός ή προσδιοριστικός κώδικας που σκοπεύει να διαφοροποιήσει μια ομάδα και να αποκλείσει τους μεγαλύτερους. Πολλοί εξ αυτών επιχειρούν, εν τούτοις, να μυηθούν στον συγκεκριμένο κώδικα ώστε να νιώσουν μικρότεροι, να αισθανθούν cool, να προσεγγίσουν τους νέους ανθρώπους και να προσαρμοστούν στο συγκεκριμένο γλωσσικό περιβάλλον. Είναι σαν «τους θείους που κάθονται με τη νεολαία» καθώς επηρεάζονται από μια σειρά καίριων κοινωνικών, ψυχολογικών και επικοινωνιακών παραγόντων.
Οι μουσικές εταιρείες, τα διαφημιστικά πρακτορεία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έσπευσαν να ενσωματώσουν και να αφομοιώσουν τη σύγχρονη γλώσσα των νέων γιατί κατανόησαν τη μεγάλη αξία του «δυναμικού κοινού» που περιλαμβάνει τα άτομα 15-55 ετών. Αυτό το κομμάτι του πληθυσμού αποτελεί το κυριότερο target group των προειρημένων οργανισμών επειδή θεωρείται ότι έχει τη μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη και την πιο μακροπρόθεσμη προοπτική. Οι πολιτικοί, ακολουθώντας μια παρόμοια πρακτική, προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τη γλώσσα των νέων προκειμένου να πλησιάσουν τους συγκεκριμένους ανθρώπους και να αποκομίσουν τα αντίστοιχα οφέλη. Γι' αυτό ενεργοποιούν τους οικείους λογαριασμούς του TikTok, του Instagram, του Facebook, του Χ και των υπόλοιπων κοινωνικών δικτύων χρησιμοποιώντας τις σύγχρονες λέξεις ή φράσεις που θα μπορούσαν να προσελκύσουν την προσοχή της νεολαίας.
Η οικειοποίηση της γλώσσας των νέων είναι, εν τούτοις, δύσκολη καθώς διαθέτει ιδιόμορφους κανόνες που διαφέρουν από τις γνωστές και συνηθισμένες νόρμες. Ετσι προκύπτουν ορισμένα αποτυχημένα και κωμικοτραγικά αποτελέσματα που εκθέτουν τους μεγαλύτερους χρήστες επειδή δεν ανήκουν στη συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα. Συνήθως παρατηρείται μια ασυμβατότητα ύφους και ρόλου ή μια πραγματολογική ανεπάρκεια που απομακρύνει τα νέα παιδιά επειδή φαίνεται «cringe» ή επιτηδευμένη. Οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι και οι διαφημιστές οφείλουν να είναι προσεκτικοί και να χρησιμοποιούν μετρημένα τη νεανική γλώσσα προκειμένου να μην καταστούν γραφικοί. Πρέπει να ξορκίσουν τις αμήχανες μιμήσεις, να αποφύγουν τις επικίνδυνες φράσεις, να επιδείξουν ένα ειλικρινές ενδιαφέρον για το συγκεκριμένο λεξιλόγιο και να επιστρατεύσουν μια καθαρή ή σύγχρονη ρητορική ώστε να μην ντροπιαστούν.
Οι boomers που κάνουν cringe flex βγαίνουν άκυροι και τέρμα off.
*Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Τμήμα Ιστορίας του ΕΚΠΑ
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Το απλό βήμα που πρέπει να κάνετε πάντα στο μπρόκολο πριν το μαγείρεμα
«Κάλτσα»: Πώς λέγεται στα ελληνικά;
Γιατί δεν πρέπει να ξεφορτώνεστε τα γρατζουνισμένα πιάτα σας