Για να δούμε πόσο καλά γνωρίζετε την ελληνική γλώσσα;
Αρτιγενής: Αυτός που μόλις γεννήθηκε ή έγινε.
[ΕΤΥΜΟΛ. < άρτι- + -γενής < γένος (πρβλ. αειγενής, αιθρηγενής)].
Εκεί όπου η δημοκρατία δεν είναι ούτε "παλιά", ούτε "κουρασμένη", ούτε "αναιμική", αλλά αρτιγενής
Αρίφνητος: Αναρίθμητος, αμέτρητος, ακαταμέτρητος
Ετυμολογία: αρίφνητος < αρίθμητος < αριθμητός.
Ήρθε λαός αρίφνητος, εγέμισεν ο τόπος (Ερωτόκριτος)
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Πορτοκαλί φανάρι: Τι λέει ο νέος ΚΟΚ
Αλλάζουν όλα στους μισθούς λόγω ΑΜΚΑ: Ποιες ηλικίες θα δουν αυξήσεις
Alfavita Newsroom