Η συζήτηση για πρόωρες εκλογές φαίνεται να κλείνει, τουλάχιστον με βάση τις επαναλαμβανόμενες δημόσιες τοποθετήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ο πρωθυπουργός επιμένει ότι οι κάλπες θα στηθούν την άνοιξη του 2027, στο τέλος της δεύτερης κυβερνητικής θητείας της Νέας Δημοκρατίας, παρά τις δυσκολίες που αναμένεται να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση τους επόμενους μήνες.
Σε πρόσφατη συνέντευξή του δήλωσε ότι οι εκλογές θα γίνουν «στο τέλος της θητείας, την άνοιξη του 2027», επαναλαμβάνοντας μια θέση που έχει διατυπώσει πολλές φορές. Έχει εξηγήσει, μάλιστα, ότι η επιλογή της άνοιξης συνδέεται και με την ανάληψη της Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την Ελλάδα την 1η Ιουλίου 2027, γεγονός που καθιστά πολιτικά και θεσμικά δύσκολη μια εκλογική αναμέτρηση μέσα στο καλοκαίρι.
Η εξάντληση της τετραετίας παρουσιάζεται από το Μέγαρο Μαξίμου ως θεσμική επιλογή. Πίσω από αυτήν, όμως, υπάρχει και μια συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική. Οι δύο βασικές λέξεις που περιγράφουν τον κυβερνητικό σχεδιασμό είναι «συσπείρωση» και «εξάντληση»: επαναπροσέγγιση των ψηφοφόρων που απομακρύνθηκαν από τη Νέα Δημοκρατία και, παράλληλα, παράταση του πολιτικού χρόνου ώστε να δοκιμαστούν οι αντοχές των αντιπάλων της.
Η επιστροφή στους ψηφοφόρους του 2023
Ο πρώτος στόχος δεν είναι απαραίτητα η προσέλκυση ενός εντελώς νέου ακροατηρίου, αλλά η επιστροφή όσο το δυνατόν περισσότερων ψηφοφόρων που στήριξαν τη Νέα Δημοκρατία στις εθνικές εκλογές του 2023 και σήμερα εμφανίζονται αναποφάσιστοι ή κινούνται προς άλλους πολιτικούς χώρους.
Η συγκεκριμένη δεξαμενή δεν είναι ενιαία. Περιλαμβάνει συντηρητικούς ψηφοφόρους που εξετάζουν κόμματα δεξιότερα της ΝΔ, κεντρώους που κοιτάζουν προς το ΠΑΣΟΚ, αλλά και πολίτες που έχουν απομακρυνθεί συνολικά από το κυβερνών κόμμα, χωρίς να έχουν ακόμη καταλήξει σε διαφορετική επιλογή.
Στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμούν ότι ένα μέρος αυτών των πολιτών μπορεί να επιστρέψει μπροστά στο δίλημμα της κυβερνησιμότητας και της σταθερότητας. Ένα δεύτερο τμήμα παραμένει διεκδικήσιμο, αλλά απαιτεί ουσιαστικές απαντήσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας. Υπάρχει, τέλος, και μια τρίτη κατηγορία ψηφοφόρων που φαίνεται να έχει πάρει οριστικό «διαζύγιο» από τη Νέα Δημοκρατία.
Αυτή η απώλεια δεν οφείλεται σε έναν μόνο λόγο. Η ακρίβεια, η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα, η στεγαστική κρίση και η ανασφάλεια των νοικοκυριών παραμένουν οι βασικότερες πηγές δυσαρέσκειας. Σε δεύτερο επίπεδο, η εικόνα της κυβέρνησης επιβαρύνεται από υποθέσεις που τροφοδοτούν την κριτική για διαφάνεια, λογοδοσία και λειτουργία των θεσμών.
Πρόσφατες δημοσκοπικές μετρήσεις εξακολουθούν να εμφανίζουν τη Νέα Δημοκρατία στην πρώτη θέση, αλλά σε επίπεδα σαφώς χαμηλότερα από το αποτέλεσμα του 2023, ενώ η ακρίβεια καταγράφεται ως το σημαντικότερο πρόβλημα των πολιτών.
Γιατί ο χρόνος θεωρείται σύμμαχος
Η δεύτερη πλευρά της στρατηγικής αφορά την «εξάντληση» των πολιτικών αντιπάλων.
Η μετάθεση της εκλογικής αναμέτρησης για το 2027 δίνει στην κυβέρνηση χρόνο να εφαρμόσει πολιτικές, να ολοκληρώσει έργα και να μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση από τη φθορά της καθημερινότητας σε ένα δίλημμα ανάμεσα στη συνέχιση της σημερινής πορείας και σε μια εναλλακτική κυβερνητική πρόταση.
Παράλληλα, αναγκάζει τα κόμματα και τα πρόσωπα της αντιπολίτευσης να παραμείνουν σε παρατεταμένη προεκλογική ετοιμότητα. Νέα πολιτικά σχήματα, πιθανές προσωπικές στρατηγικές και αρχηγοί κομμάτων θα πρέπει να διατηρήσουν τη δυναμική τους για αρκετούς ακόμη μήνες, να παρουσιάσουν ολοκληρωμένο πρόγραμμα και να αντέξουν στην καθημερινή πολιτική αντιπαράθεση.
Η κυβερνητική εκτίμηση είναι ότι η Νέα Δημοκρατία, ως οργανωμένο κόμμα εξουσίας, διαθέτει μεγαλύτερες αντοχές σε έναν μακρύ πολιτικό «μαραθώνιο». Αντίθετα, νεότερες ή υπό διαμόρφωση πολιτικές κινήσεις ενδέχεται να χάσουν μέρος της αρχικής δυναμικής τους προτού φτάσουν στις κάλπες.
Η τακτική αυτή έχει, ωστόσο, και αντίστροφο κίνδυνο. Ο πολιτικός χρόνος δεν φθείρει μόνο τους αντιπάλους. Φθείρει πρωτίστως την κυβέρνηση, η οποία έχει την ευθύνη για κάθε πρόβλημα που παραμένει άλυτο και για κάθε νέα κρίση που εμφανίζεται.
Η οικονομία στο επίκεντρο
Το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει ότι η εκλογική μάχη θα κριθεί κυρίως στην οικονομία και στην καθημερινότητα. Για τον λόγο αυτό το κυβερνητικό βάρος μεταφέρεται στο εισόδημα, στις τιμές, στις επενδύσεις και στην ολοκλήρωση έργων που μπορούν να παρουσιαστούν ως απτό αποτέλεσμα της δεύτερης τετραετίας.
Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026–2030, συνολικού ύψους 23 δισ. ευρώ από εθνικούς πόρους, προβάλλεται ως το βασικό αναπτυξιακό εργαλείο για την περίοδο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, θα χρηματοδοτήσει υποδομές, σχολεία, νοσοκομεία, έργα ύδρευσης, ψηφιακές υπηρεσίες, στεγαστικές παρεμβάσεις και δράσεις για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποκτά, συνεπώς, ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα. Παρότι οι εκλογές τοποθετούνται αρκετούς μήνες αργότερα, η παρουσία του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη θα έχει αναπόφευκτα προεκλογικά χαρακτηριστικά.
Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να παρουσιάσει όχι μόνο τα μέτρα της επόμενης χρονιάς, αλλά και έναν συνολικό ορίζοντα για την Ελλάδα του 2030. Η πολιτική επιδίωξη είναι να συνδεθεί η ολοκλήρωση της σημερινής τετραετίας με το αίτημα για μια τρίτη κυβερνητική θητεία.
Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει ότι η νίκη το 2027 θα εξαρτηθεί από το αν η κυβέρνηση θα έχει αποδειχθεί αποτελεσματική, θα έχει περιορίσει τις συνέπειες της ακρίβειας και θα έχει εκπληρώσει τις βασικές δεσμεύσεις της.
Το στοίχημα της κυβερνητικής αποτελεσματικότητας
Η εξάντληση της τετραετίας προσφέρει χρόνο, αλλά δημιουργεί και υψηλότερες απαιτήσεις.
Μια κυβέρνηση που ζητά να κριθεί στο τέλος της θητείας της δεν μπορεί εύκολα να επικαλεστεί έλλειψη χρόνου. Θα κριθεί για το σύνολο του έργου της, για όσα ολοκληρώθηκαν, για όσα καθυστέρησαν και για όσα έμειναν στα χαρτιά.
Η στρατηγική του Μεγάρου Μαξίμου προϋποθέτει ότι έως την άνοιξη του 2027 θα έχουν αρχίσει να γίνονται αισθητές στην κοινωνία οι αυξήσεις των εισοδημάτων, οι φορολογικές παρεμβάσεις και η λειτουργία σημαντικών υποδομών. Χρειάζεται, επίσης, να μην υπάρξει σοβαρή εξωτερική κρίση ή οικονομική ανατροπή που θα επιδεινώσει την ακρίβεια και θα περιορίσει τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις, οι τιμές της ενέργειας και των καυσίμων και η κατάσταση στη διεθνή οικονομία αποτελούν παράγοντες που η κυβέρνηση δεν ελέγχει πλήρως. Μπορούν, όμως, να επηρεάσουν καθοριστικά την καθημερινότητα των πολιτών και, τελικά, το εκλογικό αποτέλεσμα.
Οι «γκρίζες ζώνες» του σχεδιασμού
Ο δρόμος έως τις κάλπες δεν είναι ανέφελος.
Η κυβέρνηση θα πρέπει να διαχειριστεί τις δικαστικές και πολιτικές εξελίξεις σε ανοιχτές υποθέσεις, τις καταγγελίες που αφορούν τη διαχείριση δημόσιων πόρων και την κριτική της αντιπολίτευσης για ζητήματα διαφάνειας.
Κάθε νέα υπόθεση μπορεί να αποδυναμώνει το αφήγημα της αποτελεσματικότητας και να δυσκολεύει την επιστροφή των μετριοπαθών ψηφοφόρων που ζητούν όχι μόνο οικονομική σταθερότητα, αλλά και θεσμική αξιοπιστία.
Παράλληλα, η επιδίωξη επανασυσπείρωσης προς τα δεξιά μπορεί να προκαλέσει απώλειες στο κέντρο, ενώ μια έντονα κεντρώα στροφή μπορεί να ενισχύσει τις διαρροές προς πιο συντηρητικά κόμματα. Η Νέα Δημοκρατία θα πρέπει, επομένως, να διατηρήσει μια δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στις διαφορετικές ομάδες που συγκρότησαν την εκλογική της πλειοψηφία το 2023.
Οι εκλογές θα κριθούν στην καθημερινότητα
Η απόφαση για εκλογές το 2027 δεν είναι μια απλή ημερολογιακή επιλογή. Αποτελεί μέρος ενός σχεδίου που στηρίζεται στην ανάκτηση χαμένων ψηφοφόρων, στην προβολή του κυβερνητικού έργου και στην προσδοκία ότι ο χρόνος θα δοκιμάσει περισσότερο τις αντοχές της αντιπολίτευσης.
Το σχέδιο έχει πολιτική λογική, δεν εγγυάται όμως το αποτέλεσμα.
Η κυβέρνηση μπορεί να κερδίσει χρόνο, αλλά θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί και να τον αξιοποιήσει. Οι πολίτες δεν θα κρίνουν μόνο ποιος αντίπαλος άντεξε περισσότερο ούτε ποιο κόμμα διαθέτει τον ισχυρότερο οργανωτικό μηχανισμό.
Θα κρίνουν αν ο μισθός φτάνει έως το τέλος του μήνα, αν το κόστος στέγασης και ενέργειας έχει περιοριστεί, αν οι δημόσιες υπηρεσίες λειτουργούν καλύτερα και αν αισθάνονται ότι η χώρα κινείται προς μια πιο ασφαλή και δίκαιη κατεύθυνση.
Η «συσπείρωση» και η «εξάντληση» μπορεί να αποτελούν τις δύο λέξεις-κλειδιά του κυβερνητικού σχεδιασμού. Η τρίτη, όμως, θα είναι η αποτελεσματικότητα. Και αυτή θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό αν η επιλογή της εξάντλησης της τετραετίας θα δικαιώσει ή θα διαψεύσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη.