Στην πολιτική σκηνή, οι δημοσκοπήσεις έχουν πάψει προ πολλού να αποτελούν ένα απλό εργαλείο καταγραφής των κοινωνικών τάσεων. Έχουν μετεξελιχθεί σε έναν άτυπο, πλην πανίσχυρο, πολιτικό θεσμό. Σε έναν «ρυθμιστή» θα έλεγα, που δεν αποτυπώνει απλώς την κοινή γνώμη αλλά επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτή συγκροτείται και εκφράζεται.
Στο σημερινό εξαιρετικά κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο, όπου οι παραδοσιακές κομματικές ταυτίσεις έχουν σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει και σημαντικό μέρος του εκλογικού σώματος μετακινείται υπό την επίδραση της συγκυρίας και του συναισθήματος, η απόλυτη εξάρτηση από τις δημοσκοπήσεις και τα εργαλεία ανάλυσης δεδομένων αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας σοβαρής πολιτικής στρέβλωσης.
Η τρέχουσα επικαιρότητα προσφέρει αποκαλυπτικά δείγματα αυτής της εξέλιξης. Τα κομματικά επιτελεία λειτουργούν πλέον ως αιχμάλωτοι των κυλιόμενων μετρήσεων και της συνεχούς επεξεργασίας των δεδομένων της κοινής γνώμης. Οι στρατηγικές αποφάσεις λαμβάνονται όλο και συχνότερα με γνώμονα την άμεση επικοινωνιακή απόδοση μιας δήλωσης ή ενός πολιτικού ελιγμού και πολύ λιγότερο με ορίζοντα τις δομικές μεταρρυθμίσεις που χρειάζεται η χώρα. Ζούμε δηλαδή στην εποχή της «διαρκούς προεκλογικής εκστρατείας», όπου η μακροπρόθεσμη πολιτική υποχωρεί μπροστά στην εφήμερη τακτική και το πολιτικό όραμα αντικαθίσταται από ένα εβδομαδιαίο και ανακυκλώσιμο αφήγημα.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αυτής της ιδιότυπης «δημοκρατίας του ακροατηρίου» είναι η «αυτοεκπληρούμενη προφητεία» των ποσοστών. Όταν το πολιτικό σύστημα και τα μέσα ενημέρωσης αναπαράγουν ακατάπαυστα τη δημοσκοπική φθορά ενός χώρου ή την εικόνα μιας «καθηλωμένης» αντιπολίτευσης, δημιουργείται ένας ασφυκτικός ψυχολογικός κλοιός γύρω από τον πολίτη. Η ψήφος τότε, απογυμνώνεται σταδιακά από το ιδεολογικό και πολιτικό της περιεχόμενο και μετατρέπεται σε μια ψυχρή άσκηση «χρήσιμης» ή «χαμένης» επιλογής. Οι μετρήσεις δεν καταγράφουν πλέον μόνο τάσεις. Συμβάλλουν στη διαμόρφωση συσχετισμών και εγκλωβίζουν την κοινωνία σε προκατασκευασμένα, συχνά τεχνητά, διλήμματα.
Την ίδια στιγμή, η συγκυρία αναδεικνύει τη δομική αδυναμία των σύγχρονων εργαλείων να συλλάβουν τις βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες. Η παρατεταμένη ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η ανασφάλεια για το μέλλον και η γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς έχουν διαμορφώσει ένα διευρυνόμενο τμήμα της κοινωνίας που παραμένει πολιτικά σιωπηλό ή δημοσκοπικά απρόσιτο. Πρόκειται για πολίτες που απέχουν συστηματικά από τις τηλεφωνικές και διαδικτυακές έρευνες, που αποκρύπτουν την πραγματική τους πρόθεση ή που διαμορφώνουν την τελική επιλογή τους την τελευταία στιγμή, συχνά προς την αποχή, την ιδιώτευση ή την αντισυστημική ψήφο.
Όσο εξελιγμένα και αν είναι τα μοντέλα εκτίμησης και στάθμισης, δυσκολεύονται να ποσοτικοποιήσουν την ένταση της κοινωνικής απογοήτευσης, της οργής και, κυρίως, της πολιτικής απάθειας. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και ο «μεθοδολογικός περιορισμός» των δημοσκοπήσεων. Καταγράφουν με σχετική επάρκεια τη δηλωμένη πρόθεση της στιγμής, χωρίς πάντοτε να μπορούν να φωτίσουν όσα ωριμάζουν κάτω από την επιφάνεια της κοινωνίας.
Αυτή η αδυναμία αποτύπωσης των πραγματικών κοινωνικών διεργασιών οδηγεί σταδιακά σε μια διακυβέρνηση χωρίς σταθερό στρατηγικό ορίζοντα. Όταν η λήψη αποφάσεων εξαρτάται από τον εβδομαδιαίο «δημοσκοπικό υδράργυρο», η εκάστοτε κυβερνητική πολιτική χάνει τη συνέχεια και τον μακροπρόθεσμο προσανατολισμό της. Νομοσχέδια αποσύρονται ή τροποποιούνται άρον άρον πριν καν εφαρμοστούν, μεταρρυθμίσεις παγώνουν υπό τον φόβο των πρώτων αρνητικών αντιδράσεων και η άσκηση της εξουσίας μετατρέπεται σε μια ατέρμονη διαχείριση συγκυριακών κρίσεων. Η χώρα στερείται έτσι ενός συνεκτικού εθνικού σχεδιασμού, καθώς το πολιτικό σύστημα επιλέγει συχνά τη βολική αδράνεια απέναντι στο πολιτικό κόστος μιας αναγκαίας αλλά προσωρινά μη δημοφιλούς, απόφασης.
Η κύρια ευθύνη όμως, δεν βαρύνει τις εταιρείες μετρήσεων, οι οποίες καλούνται να εργαστούν σε συνθήκες αυξανόμενης κοινωνικής άρνησης, χαμηλής συμμετοχής και μεταβαλλόμενης πολιτικής συμπεριφοράς. Βαρύνει πρωτίστως το πολιτικό προσωπικό, το οποίο καταναλώνει τα δημοσκοπικά δεδομένα με όρους εκλογικής απόδοσης και καθημερινού ανταγωνισμού. Θα τολμούσα να πω, με όρους ποδοσφαιρικού στοιχήματος.
Παρακολουθούμε σήμερα μια αντιπολίτευση που αναλώνεται συχνά σε μια εσωστρεφή διαμάχη για τους συσχετισμούς της δεύτερης και της τρίτης θέσης και μια κυβερνητική παράταξη που αξιολογεί τις πολιτικές της αντοχές μέσα από τις αυξομειώσεις των αρνητικών γνωμών. Η δημόσια συζήτηση υποβαθμίζεται έτσι σε μια στείρα αριθμολογία. Χάνεται η ουσιαστική αντιπαράθεση για το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, την παιδεία, την υγεία, την εργασία, το κοινωνικό κράτος, τη δημογραφική συρρίκνωση και την κλιματική προσαρμογή.
Η διαρκής εξάρτηση από τις μετρήσεις παράγει τελικά πολιτικά φοβικές ηγεσίες. Οι ηγέτες του παρελθόντος επιχειρούσαν να διαμορφώσουν την κοινή γνώμη, να πείσουν την κοινωνία και να αναλάβουν το κόστος δύσκολων επιλογών. Πολλοί από τους σημερινούς ηγέτες ακολουθούν την κοινή γνώμη περισσότερο απ’ όσο την επηρεάζουν. Μετατρέπονται έτσι σε καθρέφτες των φόβων και των αβεβαιοτήτων του εκλογικού σώματος, εγκλωβισμένοι σε μια διαρκή ανησυχία πολιτικού κόστους που αποτυπώνεται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο στις οθόνες των επιτελείων τους.
Αν η πολιτική θέλει να ανακτήσει την αξιοπιστία και την κοινωνική της χρησιμότητα, χρειάζεται να απελευθερωθεί από την «τυραννία των ποσοστών». Οι πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να επιστρέψουν στην παραγωγή ιδεών, προτάσεων και συλλογικών σχεδίων με βάση τις αρχές τους και τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Κατά την άποψή μου, η πολιτική αποκτά νόημα όταν ορίζει την κατεύθυνση της κοινωνίας και της χώρας, όταν εξηγεί, όταν πείθει και βέβαια όταν αναλαμβάνει την ευθύνη για το μέλλον.
Σε διαφορετική περίπτωση, το χάσμα ανάμεσα στη «δημοσκοπική» και την «πραγματική» κοινωνία θα συνεχίσει να βαθαίνει. Μαζί του θα ενισχύονται η αποχή, η πολιτική αποστασιοποίηση και ο αντισυστημισμός, διαμορφώνοντας μια εξέλιξη εξαιρετικά επικίνδυνη για την ποιότητα και τη σταθερότητα της δημοκρατίας μας.
*Το παρόν άρθρο αποτυπώνει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη, οι οποίες δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν, σε καμία περίπτωση, το Πανεπιστήμιο Πατρών.
** Καθηγητής, Αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Πατρών