Όταν οι αριστερές ιδέες διαποτίζονται από το πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού
Γράφει ο Ηλίας Δασκαλάκης

Στο βασικό πολιτικό λεξιλόγιο των τελευταίων δεκαετιών όλο και συχνότερα συναντάμε τους όρους εκσυγχρονισμός και καινοτομία, ενώ στην πρώτη γραμμή των σύγχρονων πολιτικών προτεραιοτήτων φιγουράρουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και η καταγγελία φαινομένων όπως η βία και το μπούλινγκ, ο ρατσισμός και οι διακρίσεις με βάση το φύλο, τη φυλή, το χρώμα, την εθνικότητα, τον σεξουαλικό προσανατολισμό.

Τι έχει συμβεί; Έγιναν οι ευαισθησίες της αριστεράς, ευαισθησίες των κυρίαρχων δυνάμεων; Έχουμε μήπως κάποια μετατόπιση της κεντρικής πολιτικής σκηνής σε αριστερότερες θέσεις και μάλιστα μέσα σε συνθήκες πλήρους επικράτησης των δυνάμεων και των ιδεών του νεοφιλελευθερισμού; Ίσως η απάντηση βρίσκεται ακριβώς στο σημείο αυτό. Ίσως τα νέα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης πολιτικής σκηνής εξηγούνται από αυτήν ακριβώς την πλήρη επικράτηση των δυνάμεων της αγοράς. Σε κάθε περίπτωση είναι γεγονός ότι οι κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις εστιάζουν σε θέματα και τομείς που στο παρελθόν βρίσκονταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των δυνάμεων εκείνων που όμνυαν στην αριστερά και ασκούσαν έντονη κριτική στο πολιτικό κατεστημένο.

Είναι βέβαια γνωστή η ιδιαίτερη ικανότητα του καπιταλιστικού συστήματος να ενσωματώνει την αμφισβήτηση και το καινούργιο. Είναι αλήθεια ότι η ίδια η ουσία του καπιταλισμού, που είναι η πάση θυσία επίτευξη του κέρδους, εμπεριέχει εκ των πραγμάτων την αναζήτηση του νέου, την αναζήτηση αυτού που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέους δρόμους κερδοφορίας. Η καινοτομία, υπ’ αυτήν την έννοια, αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του συστήματος. Πρόκειται βέβαια για την καινοτομία που συνδέεται στενά με την εμπορευματοποίηση.

Στις μέρες μας όμως δεν είναι μόνο αυτή η πλευρά του συστήματος που εξηγεί τα φαινόμενα που μας απασχολούν. Σήμερα ο καπιταλισμός έχει επιτύχει την καθολικοποίησή του, αφενός ως το μοναδικό και χωρίς αντίπαλο κοινωνικοοικονομικό σύστημα στο πλανήτη, αφετέρου ως ένα σύστημα που τείνει στην ολοκλήρωσή του, με την εμπορευματοποίηση των πάντων: φυσικού περιβάλλοντος, ανθρώπου, σχέσεων, συναισθημάτων, αναγκών. Δεν είναι πλέον μόνο τα μέσα ικανοποίησης των αναγκών εμπορευματοποιημένα, είναι και οι ίδιες οι ανάγκες που έχουν εμπορευματοποιηθεί. Δεν είναι μόνο η αντιμετώπιση της βίας που έχει γίνει εμπόρευμα, είναι και η ίδια η βία που πουλάει και αποφέρει τεράστια κέρδη. Δεν είναι εμπορευματοποιημένα μόνο τα μέσα που χρησιμοποιούμε για να επιτύχουμε την πολυπόθητη ασφάλεια, είναι και η ίδια η ασφάλεια που γίνεται πεδίο εμπορευματικής εκμετάλλευσης. Η ανάγκη της ασφάλειας συχνά κατασκευάζεται, με την καλλιέργεια της ανασφάλειας, η οποία αξιοποιείται και αυτή για κερδοφορία.

Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να δούμε τα παραπάνω θέματα – εκσυγχρονισμός, καινοτομία, ανθρώπινα δικαιώματα, αντιμετώπιση του ρατσισμού, της βίας και των διακρίσεων – μέσα στο πλαίσιο της εποχής μας, μιας εποχής που χαρακτηρίζεται από γενικευμένη εμπορευματοποίηση μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, επεκτεινόμενη αποϊδεολογικοποίηση των κοινωνικών πραγμάτων, με διαρκώς επιτεινόμενη σχετικοποίηση (ηθικής, απόψεων, ρυθμίσεων και κανόνων) και αποκοινωνικοποίηση τόσο του ατόμου όσο και των κοινωνικών σχέσεων.

Μέσα από αυτή την ανάλυση θα επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε τους λόγους που τα συζητούμενα θέματα κατέχουν τόσο κεντρική θέση στην κυρίαρχη ιδεολογία των ημερών μας και στην πολιτική πρακτική. Θα μπορέσουμε έτσι να διακρίνουμε ότι η εμπορευματοποίηση και η επεκτεινόμενη εξάπλωση ενός τεχνικού ολοκληρωτικού ελέγχου των ανθρώπων, η διάλυση των ταυτοτήτων και η τυποποίηση των συμπεριφορών, η τεχνοκρατική προσέγγιση και η ψυχολογικοποίηση των ανθρώπινων ζητημάτων αποτελούν χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Μιας παγκοσμιοποίησης που συνδυάζει την αγοραία λογική της γενικευμένης εμπορευματοποίησης με τον συγκεντρωτισμό των οικονομικών δομών σε υπερεθνικό επίπεδο και την υποχώρηση της αξίας της πολιτικής, αφού αυτή, παραμένοντας εγκλωβισμένη στα εθνικά όρια, αδυνατεί να ελέγξει το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο που κινείται έξω από αυτά.

 

Α) Τα χαρακτηριστικά της εποχής μας

Α1) Παγκοσμιοποίηση

 

Λίγα λόγια για την παγκοσμιοποίηση είναι απαραίτητα, αν θέλουμε να αποφύγουμε τους κινδύνους που ο Μπάουμαν επισημαίνει ότι δημιουργεί η χρήση του όρου. Η χρήση του όρου παγκοσμιοποίηση μπορεί να μας παρασύρει σε μια ψευδαίσθηση παγκόσμιας ολοκλήρωσης. Η σημερινή παγκοσμιοποίηση απέχει πολύ από μια τέτοια κατάσταση, αφού δεν έχει τα χαρακτηριστικά μιας σχεδιασμένης και επιθυμητής παγκόσμιας ολότητας ειρηνικής συνύπαρξης, δικαιοσύνης, ελευθερίας και ισότητας. Η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση κατ’ αρχήν αναφέρεται σε αυτό που μας συμβαίνει και όχι σε κάτι που επιθυμούμε, σχεδιάζουμε και κατασκευάζουμε. Η πραγματικότητα είναι ότι η παγκοσμιοποίηση εκφράζει την επιβολή του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου, του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που κινείται ελεύθερα χωρίς εδαφικούς περιορισμούς με ταχύτητες ασύλληπτες, πάνω στην πολιτική, η οποία, παραμένοντας κατακερματισμένη και εδαφικά καθηλωμένη, αδυνατεί να ελέγξει τα οικονομικά συμφέροντα.

Από οικονομική άποψη η παγκοσμιοποίηση συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά της δραστηριοποίησης του κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα, το διεθνές εμπόριο, τη νέα τεχνολογία και τη ροή της γνώσης και της πληροφορίας σε πλανητικό επίπεδο, τον κατακερματισμό της παραγωγικής διαδικασίας, την αποϋλοποίηση και δυνητικοποίηση της οικονομίας. Από πολιτική άποψη, η παγκοσμιοποίηση αφορά στις πολιτικές επιλογές απελευθέρωσης των συναλλαγών, της κίνησης των κεφαλαίων και της απορρύθμισης του κοινωνικού κράτους, ενώ από πρακτική άποψη η παγκοσμιοποίηση συνδέεται με την πρόταξη του οικονομικού επί του πολιτικού, του κοινωνικού και του πολιτισμικού στοιχείουi.

Από ιδεολογική άποψη η παγκοσμιοποίηση προβάλλει σήμερα ως η νέα μαγική συνταγή που θα εξασφαλίσει την ευημερία σ’ όλους τους λαούς, με τη μεγιστοποίηση του οικονομικού αποτελέσματος που θα επιτευχθεί μέσω του ανταγωνισμού. Ιδεολογικές, τέλος, πλευρές της παγκοσμιοποίησης αποτελούν και η αποϊδεολογικοποιητική λειτουργία του διαποτισμού της συνείδησης των ανθρώπων με τη λογική του οικονομισμού και του τεχνοκρατισμού, που ουδετεροποιούν τα κοινωνικά φαινόμενα δίνοντας την αίσθηση του αυτονόητου και της φυσικότητας στα κυρίαρχα συμφέροντα και τις επιλογές τους.

 

Βασικό χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποίησης αποτελεί η αποτοπικοποίηση. Η αποτοπικοποίηση βέβαια αφορά κυρίως στο κεφάλαιο και στις ελίτ. Το κεφάλαιο, μας βεβαιώνει ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, κατά τον ύστερο 20ο αιώνα έχει αποτοπικοποιηθεί όσο ποτέ άλλοτε. Έχει χάσει κάθε δεσμό με το χώρο επομένως και κάθε περιορισμό. Η πλήρης αποτοπικοποίηση του ύστερου καπιταλιστή, που οφείλεται στην χωρίς προηγούμενο κινητικότητα των χρηματικών του πόρων, δε γνωρίζει νομικά ή πρακτικά όρια στην εξουσία του, η οποία αποσυνδέεται πλέον από κάθε μέριμνα, υποχρέωση ή ευθύνη απέναντι στους νεότερους, στους ασθενέστερους ή και τους αγέννητους, απέναντι στα καθήκοντα της συνεισφοράς στην καθημερινή ζωή και τη διαιώνιση της κοινότητας, που κάθε τοπική εξουσία οποιασδήποτε μορφής διατηρεί απέναντι στο χώρο που ασκεί την επιρροή τηςii.

Η παγκοσμιοποίηση δεν οδηγεί, όπως θα μπορούσε κάποιος να νομίσει, σε ένα είδος παγκόσμιας ενοποίησης. Αντιθέτως, οδηγεί σε μια νέα μορφή διχασμού. Περισσότερο τείνει στην πόλωση παρά στην ομογενοποίηση. Δημιουργεί τους εντός και τους εκτός, όχι πλέον από τον ένα εδαφικό χώρο στον άλλο. Διαφοροποιεί όσους εντάσσονται στον απεδαφικοποιημένο χώρο – εκείνους που διαθέτουν πλήρη ελευθερία και χειραφέτηση από τους εδαφικούς περιορισμούς, σε μια άνευ προηγουμένου απελευθέρωση από τα φυσικά εμπόδια και μια πρωτάκουστη δυνατότητα κίνησης και δράσης εξ αποστάσεως – από τους άλλους που είναι εδαφικά προσδεδεμένοι. Οι πρώτοι βιώνουν μια απελευθέρωση από τη δημιουργία νοήματος, ενώ οι δεύτεροι «την υποταγή στην έλλειψη νοήματος»iii, αφού «τα ισχύοντα εκτός της τοπικής περιοχής πρότυπα εισέρχονται στην τοπικά οργανωμένη ζωή μόνο ως καρικατούρες, ίσως ως αλλόκοτα εξαμβλώματα»iv.

Οι ελίτ βεβαίως κινούνται στις απεδαφικοποιημένες περιοχές των υψηλών ταχυτήτων του κυβερνοχώρου. Οι σύγχρονες ελίτ, όπως λέει ο Μπάουμαν, «αυτό που χρειάζονται είναι η απομόνωσή τους από την ‘τοπικότητα’, που πλέον έχει απογυμνωθεί από κοινωνικό περιεχόμενο, το οποίο μεταφυτεύτηκε στον κυβερνοχώρο, αναγόμενη με αυτό τον τρόπο σε μια απλώς ‘φυσική’ έκταση»v. Όσοι έχουν παραμείνει στις εδαφικά προσδεδεμένες περιοχές χάνουν τη δυνατότητα να νοηματοδοτήσουν αυτοδύναμα τη ζωή τους. Τα νοήματα, οι κανόνες, τα πρότυπα, οι κρίσεις έρχονται απ’ έξω. Από ένα χώρο που οι ίδιοι βιώνουν ως χώρο από τον οποίο είναι αποκλεισμένοι.

 

Στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η νέα μορφή εξουσίας γίνεται υπερεδαφική. Οι νέες ελίτ είναι οι κινούμενες ελίτ εξουσίας, η εξουσία των οποίων χάνει τον υλικό της χαρακτήρα. Πρόκειται για μια «ασώματη» εξουσία, που, ακόμα και αν παραμένει στην ίδια θέση, στη χρηματοπιστωτική ιδιαίτερα μορφή της καθίσταται «υπερ-εδαφική».

Η παγκοσμιοποίηση βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με τον πολιτικό κατακερματισμό του σύγχρονου κόσμου. Η αποδέσμευση του κεφαλαίου από τους εδαφικούς περιορισμούς και η πλήρης ελευθερία του ενισχύεται από την ύπαρξη και τον πολλαπλασιασμό πολλών μικρών και αδύναμων κρατών, στο βαθμό που κατ’ αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται η πλήρης αδυναμία ελέγχου του οικονομικού από το πολιτικό. Δεν είναι λοιπόν τυχαία η συνύπαρξη της παγκοσμιοποίησης με την επανεμφάνιση και την ανανεωμένη έμφαση στην αρχή της εδαφικής κυριαρχίας. «Οι νέοι κυρίαρχοι του κόσμου δε χρειάζεται να κυβερνούν άμεσα. Το καθήκον της διαχείρισης των υποθέσεων για λογαριασμό τους, το έχουν επωμιστεί οι εθνικές κυβερνήσεις»vi. Έτσι η οικονομία, περιοχή του μη πολιτικού, επιβάλλει τους όρους της και χρησιμοποιεί το πολιτικό ως εργαλείο επιβολής.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η παγκοσμιοποίηση δεν είναι παρά η ολοκληρωτική επέκταση των συμφερόντων και της λογικής των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών αγορών σε όλες τις όψεις της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής ζωής.

 

 

Α2) Εμπορευματοποίηση

Βασικό χαρακτηριστικό της εποχής μας η γενικευμένη εμπορευματοποίηση. Στον ύστερο καπιταλισμό τα πάντα γίνονται εμπορεύματα: η φύση, οι ανθρώπινες δραστηριότητες, οι σχέσεις, οι καταστάσεις, τα συναισθήματα, οι ανάγκες. Με την καθολικοποίηση του καπιταλισμού – μαζί με τον αέρα, τα δάση, τις θάλασσες και τις ακτές, που γίνονται εμπορεύματα, μαζί με τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες και τα μέσα ικανοποίησής τους που γίνονται εμπορεύματα – αξιακές περιοχές που άλλοτε αποτελούσαν προνομιακά πεδία της αριστεράς, όπως η αλλαγή και η πρόοδος, η προστασία των μειονοτήτων και οι διακρίσεις, τα ανθρώπινα δικαιώματα και όλα όσα συνδέονται με τα αιτήματα της ελευθερίας και της ισότητας, σταδιακά ενσωματώνονται με τη μορφή των εμπορευματοποιημένων δραστηριοτήτων ως ιδιαίτερα λειτουργικά στοιχεία ενός ορμητικού νεοφιλελευθερισμού.

Χάνοντας τον παλαιότερο ριζοσπαστικό τους χαρακτήρα, αποκτούν ολοένα και περισσότερο τα χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων: παράγονται από ειδικούς για να πουληθούν στην αγορά, με τη μορφή τυποποιημένων προγραμμάτων, που καλούνται να θεραπεύσουν, ενίοτε δε και να δημιουργήσουν, πολλά από τα προβλήματα που ο σύγχρονος τρόπος ζωής προκαλεί, με τους όρους και τις συνθήκες που το σύστημα δομικά παράγει.

Τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης εμπορευματικής παραγωγής, ο οικονομισμός που έχει διαποτίσει τη σύγχρονη σκέψη και ο τεχνοκρατισμός που διέπει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται η προσέγγιση των σύγχρονων προβλημάτων έχουν ως αποτέλεσμα την αυξανόμενη τυποποίηση των συμπεριφορών και των κριτηρίων κανονικότητάς τους.

Τέτοια στοιχεία μπορούμε να διακρίνουμε στη λογική της «πολιτικής ορθότητας» (political correctness). Ρίχνοντας το βάρος στη χρησιμοποιούμενη γλώσσα μένει συχνά ανέγγιχτη η πραγματικότητα των διακρίσεων και οι αιτίες τουςvii. Ανάλογες καταστάσεις μπορούμε να διακρίνουμε στην παιδαγωγική παρέμβαση που επιχειρείται μέσω τυποποιημένων προγραμμάτων που έχουν δημιουργηθεί σε άλλες συνθήκες και έχουν ως επιδίωξή τους την αντιμετώπιση προβλημάτων που είναι ξένα για την κοινωνία μας. Η επιχειρούμενη κανονικοποίηση των συμπεριφορών συνυπάρχει με την έκδηλη αδιαφορία για τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού και του νέου, για τις συνθήκες εκείνες που αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για μια ομαλή ανάπτυξη (συνθήκες κίνησης, δημιουργικότητας, ελεύθερου χρόνου και παιχνιδιού, επαφή με τη φύση κλπ).

Ο τυποποιημένος άνθρωπος, ο άνθρωπος που διατίθεται σε φακελάκια συσκευασίας, ο χωρίς ταυτότητα άνθρωπος όλο και περισσότερο φιλοτεχνείται ως πρότυπο, όλο και περισσότερο κατασκευάζεται ως ύπαρξη. Αξίζει να σημειώσουμε το γεγονός ότι οι εξελίξεις αυτές πηγαίνουν παράλληλα με το θρυμμάτισμα των ανθρώπινων ταυτοτήτων, κάτι που θα δούμε σε επόμενες ενότητες.

 

Α3) Σχετικοποίηση

Όλα αυτά γίνονται μέσα σε ένα περιβάλλον πλήρους σχετικοποίησης των πάντων – από τις γνώμες και τις απόψεις, την ηθική και την αλήθεια, τις ρυθμίσεις και τους κανόνες, τις κοινωνικές αξίες και τα αισθητικά πρότυπα, μέχρι αυτή την ίδια την αίσθηση του εαυτού. Οδηγούμαστε έτσι στο εκ πρώτης όψεως παράδοξο της συνύπαρξης μιας τεχνοεπιστήμης που αποθεώνεται ως η νέα θεότητα της εποχής μας, με μια νέα μεταφυσική στροφή στο χώρο της θρησκείας, της μεταφυσικής, του υπεραισθητού και του παράλογου.

Δεδομένου ότι η λογική είναι προϊόν της κοινωνικής συμμετοχής, στον σημερινό κόσμο η λογική απειλείται από δύο πλευρές. Στο βαθμό που η ανθρώπινη ύπαρξη, ως ύπαρξη με τη δική της ταυτότητα, διαχέεται μέχρις εξαφανίσεως, η ίδια η λογική απειλείται, αφού «αυτό που είναι λογικό για μια σχέση, για μια άλλη είναι αμφισβητήσιμο ή παράλογο»viii. Αν αυτό συνδυαστεί με το αδυνάτισμα των κοινωνικών δεσμών και τον ατομισμό που παράγει η εποχή, γίνεται φανερό ότι η λογική γίνεται όλο και πιο σχετική, επιφανειακή και εργαλειακή.

Σε ένα τέτοιο κοινωνικό περιβάλλον, η αλήθεια τίθεται σε κίνδυνοix. Το “αντικειμενικό γεγονός” μετατρέπεται σε “απλή γνώμη” και υποσκάπτεται η ιδέα της “αντικειμενικότητας” η οποία τείνει να ταυτιστεί με έναν συνασπισμό υποκειμενικοτήτωνx.

Μέσα σε έναν τέτοιο κόσμο, επέρχεται «ο θάνατος του πραγματικού και αναγνωρίσιμου εαυτού»xi, ενώ όλο και περισσότερο αναδύεται ένας εαυτός που συμπεριλαμβάνει πλήθος φωνών που βρίσκονται συγκεντρωμένες σε μορφή κολάζ μέσα του, φωνών μάλιστα που συχνά δεν εναρμονίζονται μεταξύ τους. Ένας εαυτός που ακριβώς γι’ αυτό το λόγο είναι όλο και λιγότερο ενοποιημένος και πραγματικός, όλο και περισσότερο επιφανειακός και αποσπασματικός.

Το χαρακτηριστικό αυτό έχει άμεση σύνδεση με την προϊούσα αποϊδεολογικοποίηση των πολιτικών και κοινωνικών εκτιμήσεων, προτάσεων και προβληματισμών, κάτι που συνδέεται ως αίτιο με τη συζητούμενη οικειοποίηση των ευαισθησιών της αριστεράς από τις κυρίαρχες δυνάμεις και ως αιτιατό με την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού.

 

Α4) Αποϊδεολογικοποίηση

Μέσα σε συνθήκες επεκτεινόμενης αποϊδεολογικοποίησης και επιτεινόμενης σχετικοποίησης, η ωμή ισχύς καθορίζει την έκβαση των πάντων. Η εξίσωση όλων των γνωμών και απόψεων υπονομεύει την αξία τους ως κριτηρίων ορθότητας και οδηγών συμπεριφοράς. Δεν πλήττονται δε μόνο οι μειοψηφικές απόψεις, που δεν ακούγονται καν μέσα στον ορυμαγδό του θορύβου, όπως έχει εξελιχθεί ο δημόσιος διάλογος με τον «εκδημοκρατισμό» των μέσων και την έκπτωση των αξιών, αλλά ακόμη και αυτή η κυρίαρχη άποψη δείχνει να μην ακούγεται και κυρίως να μη χρειάζεται καν να ακουστεί, αφού η χρησιμότητά της έχει πλέον χαθεί. Οι κυρίαρχες δυνάμεις δεν έχουν ανάγκη ηθικής δικαίωσης των επιλογών τους. Δομούν απλά την πραγματικότητα κατά τρόπο που δείχνει ως η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων και είναι γι’ αυτό αδιαμφισβήτητη, ενώ η ιδεολογική κάλυψή της δημιουργείται εκ των πραγμάτων ως μια αυτονόητη επιμέρους πτυχή αυτής της πραγματικότητας. Πρόκειται για μια πραγματικότητα που δε γίνεται αντιληπτή ως προϊόν ανθρώπινης επιλογής, αλλά που φαντάζει ως φυσική και αυτονόητη, επομένως ως η μόνη δυνατή.

Η διαρκώς επιτεινόμενη σχετικοποίηση και αποϊδεολογικοποίηση δε σημαίνει βέβαια απουσία ιδεολογίας. Σημαίνει ότι αυτή παύει να έχει ιδεολογικούς ανταγωνιστές. Σημαίνει ότι η κυριαρχία των δυνάμεων της αγοράς είναι τόσο καταλυτική που δεν αμφισβητείται πλέον. Η σχετικοποίηση της κοινωνικής πραγματικότητας και η αποϊδεολογικοποίηση των κοινωνικών πραγμάτων, ρυθμίσεων και επιλογών συνδέεται άμεσα με την κατίσχυση της ιδεολογίας του οικονομισμού και του τεχνοκρατισμού, όπου όλες οι κοινωνικές ρυθμίσεις φαντάζουν φυσικές και αυτονόητες, ενώ τη συγκολλητική ουσία του κατακερματισμένου κοινωνικού κόσμου σε πλήθος μοναχικές ατομικότητες που το νόημα απουσιάζει, αναλαμβάνει το εμπόρευμα, με τις φετιχιστικές διαστάσεις που του προσδίδει η ιδεολογία του καταναλωτισμού.

 

Α5) Αποκοινωνικοποίηση

Κάθε ανθρώπινη ύπαρξη αποτελεί μια μορφή συμπύκνωσης των κοινωνικών σχέσεων. Φέρει κατά συνέπεια μέσα της όλο το θετικό και αρνητικό φορτίο του πολιτισμού μέσα στον οποίο εντάσσεται. Κουβαλάει τα επιτεύγματα, τις ελπίδες και προσδοκίες, αλλά και τους φόβους, τις αγωνίες και τον πόνο των εκατομμυρίων συνανθρώπων της που πεινάνε, που είναι φυλακισμένοι, που υποφέρουν.

Ο εμπορευματοποιημένος όμως άνθρωπος έχει χάσει την επαφή του με όλο αυτό το κοινωνικό περιεχόμενο. Είναι ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ανταλλάξιμο εμπόρευμα: πόσο μπορεί να πουληθεί στην αγορά εργασίας˙ πόσο περισσότερο μπορεί να πουλήσει τις γνώσεις και δεξιότητες που έχει αποκτήσει.

Διακρίνουμε στο σημείο αυτό την αστική αντίληψη του ατόμου, η οποία, με τη μορφή του «αφηρημένου» ατόμου, συγκροτεί μια οντότητα στην οποία ευφυΐα, ικανότητα, επίδοση, επίτευξη, τάσεις, κλίσεις, απόκλιση και άλλα παρόμοια αποτελούν μεταμφιεσμένες μορφές εξουσιαστικής επιβολής κάποιων νοημάτων και αξιών πάνω σε άλλα. Η αποπροσωποποίηση αυτή του υποκειμένου αποκρύπτει ή και αφαιρεί την κοινωνική διάσταση που ενυπάρχει στην ανθρώπινη ύπαρξη και η οποία, ως βασική και αναγκαία συνιστώσα, τη συγκροτεί.

Η ιδέα του αφηρημένου ατόμου είναι μια από τις «κατηγορίες που εξελίχθηκαν, μέσα από ειδικές κοινωνικές και ιστορικές καταστάσεις»xii, σε τρόπους πρόσληψης της πραγματικότητας που διέπονται από τη λογική των θεσμικών προϋποθέσεων που τους δημιούργησαν. Οι σχέσεις έτσι μεταξύ των ανθρώπων μεταμφιέζονται σε σχέσεις μεταξύ πραγμάτων ή αφηρημένων εννοιών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο γίνονται στοιχεία της ηγεμονίαςxiii. Όπως λέει ο Raymond Williams, «είναι ακριβώς η έλλειψη μιας επαρκούς κοινωνικής αίσθησης που μας καθιστά ανάπηρους»xiv.

 

Ταυτόχρονα, όπως παρατηρεί ο Ντέιβιντ Γκάρλαντ, σήμερα σημειώνεται μια αξιοσημείωτη μεταστροφή της έμφασης από την πρόνοια στην ποινική μέθοδοxv. Το κοινωνικό κράτος δίνει τη θέση του στο κράτος του ποινικού ελέγχου και της ποινικής δίωξης. Οι αιτίες βέβαια για αυτή την εξέλιξη συνδέονται με το νέο μοντέλο της ευέλικτης συσσώρευσης και τα νέα οργανωτικά παραγωγικά σχήματα των μικρών ευέλικτων επιχειρήσεων, με την εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας στο παγκοσμιοποιημένο πλέον περιβάλλον αλλά και με τον διαρκώς αυξανόμενο αριθμό «περιττών»xvi ανθρώπων που δημιουργούνται.

Η παραπάνω όμως μεταστροφή της κρατικής λειτουργίας παραπέμπει ταυτόχρονα σε μια μετατόπιση από την πρόνοια στην τιμωρία, από την πρόληψη στην καταστολή και, σε ιδεολογικό επίπεδο, από την αξία του ανθρώπου στην αξία του οικονομικού αποτελέσματος. Διακρίνουμε, τέλος, τη μετάβαση από την αντίληψη ότι οι ανθρώπινες καταστάσεις διαμορφώνονται κοινωνικά, έχουν κοινωνικά αίτια, και ανοιχτές τις επιλογές που βαραίνουν την κοινωνία που τις κάνει, σε μια άλλη, σε μιαν αντίληψη των κοινωνικών αναγκαιοτήτων που παίρνουν τη μορφή φυσικών διαδικασιών, στις οποίες μάλιστα το άτομο, εντελώς αποκομμένο από τις κοινωνικές του συνιστώσες, εμφανίζεται να υπέχει προσωπική ευθύνη για τις πράξεις και τις «επιλογές» του.

Αυτή η “αποκοινωνικοποίηση” του ανθρώπου, των προβλημάτων και των αδυναμιών του, των φόβων και των προσπαθειών του παίρνει μια ποικιλία μορφών στην εποχή της ύστερης νεωτερικότητας. Η ιδιωτικοποίηση των ανθρώπινων προβλημάτων, δυσκολιών και φόβων, καθώς και των τρόπων διαχείρισής τους, που επιφέρει η υποχώρηση του κοινωνικού κράτους, είναι ένα από αυτά. Μια άλλη μορφή συνιστά η διάλυση όλων των συλλογικοτήτων, των δεσμών και των μορφών αλληλεγγύης με τις οποίες οι άνθρωποι συνδέονταν και ενισχύονταν, γεγονός βέβαια που οδηγεί στην επίταση της αβεβαιότητας, του φόβου και της ανασφάλειας. Ο άνθρωπος στέκει σήμερα μετέωρος και αβοήθητος σε έναν κόσμο που πρέπει να αγωνίζεται διαρκώς για την επαγγελματική του ύπαρξη, για την προσωπική του ακεραιότητα, για την κατάκτηση και διατήρηση της αυτοπεποίθησης και μιας θετικής αυτοεικόνας, μέσα σε συνθήκες ακραίου ανταγωνισμού, στη βάση της λογικής της μεγιστοποίησης και του “πρωταθλητισμού”.

 

Η “αποκοινωνικοποίηση”, όπως με τρόπο συγκλονιστικό δείχνει ο Μπάουμαν, αφορά και στον χώρο. Και μάλιστα τον αφορά σε δύο επίπεδα. Στην μοντέρνα αρχιτεκτονική και πολεοδομία, η πόλη και ο χώρος χάνουν την ιστορικότητά τους. Τώρα πια το έδαφος σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στο παρελθόν καλείται να αποτελέσει αντανάκλαση του χάρτη. Δεν είναι ο χάρτης πια που πρέπει να αποδώσει την εικόνα του εδάφους, αλλά είναι το έδαφος που πρέπει να σχηματοποιηθεί κατ’ εικόνα του χάρτη. Οι αρχές της ομοιομορφίας και της κανονικότητας – επομένως και της ανταλλαξιμότητας – και η απλότητα του σχεδίου που η νέα πολεοδομική αντίληψη προωθεί, παραπέμπει στο ιδεώδες της «διαφάνειας του χώρου», της «πειθαρχημένης τελειότητας και της τέλειας τάξης». Την ακραία έκφραση αυτής της αντίληψης αποτέλεσε η Μπραζίλια, η εκ του μηδενός δημιουργημένη πρωτεύουσα της Βραζιλίας, η οποία, όπως λέει ο Μπάουμαν, αποδείχθηκε ένας εφιάλτηςxvii.

Η “αποκοινωνικοποίηση” του χώρου εντοπίζεται όμως και σε ένα άλλο σημείο. Καθώς οι σύγχρονες ελίτ γίνονται υπερεδαφικές, το δε πλαίσιο λειτουργίας των τοπικών κοινοτήτων καθορίζεται από τη «νέα “ασώματη” εξουσία, κυρίως στη χρηματοπιστωτική της μορφή», το κέντρο βάρους της παραγωγής νοήματος μετατοπίζεται όλο και περισσότερο από τον τοπικό χώρο στον κυβερνοχώρο. Η τοπικότητα χάνει έτσι όλο το κοινωνικό της περιεχόμενο και καταλήγει «σε μια απλώς “φυσική” έκταση»xviii, με συνέπειες βέβαια σημαντικές για όσους παραμένουν καθηλωμένοι στην τοπικότητα. Με τα νέα δεδομένα, αν οι ελίτ, που κινούνται και δρουν στον παγκοσμιοποιημένο χώρο, βιώνουν «μια άνευ προηγουμένου απελευθέρωση από φυσικά εμπόδια και μια πρωτάκουστη δυνατότητα κίνησης και δράσης εξ αποστάσεως, οι άλλοι, όντας καθηλωμένοι στην τοπικότητα που βιώνεται πλέον ως καταδίκη, βλέπουν τον τόπο που κατοικούν «να χάνεται κάτω από τα πόδια τους». Αν οι πρώτοι κινούνται προς την κατεύθυνση της «απελευθέρωσης από τη δημιουργία νοήματος», οι δεύτεροι φαίνεται ότι οδηγούνται σε μια «υποταγή στην έλλειψη νοήματος».

Η εξατομίκευση του σύγχρονου ανθρώπου συνιστά μια απελευθέρωση από τα δεσμά του παρελθόντος, της παράδοσης και των προσωπικών εξαρτήσεων που παλαιότερα είχε, ταυτόχρονα όμως αποτελεί μια εγκατάλειψη στο κενό. Η απελευθέρωση συντελείται μέσα σε ένα πλαίσιο που η «κοινωνικότητα», ως παρουσία των άλλων μέσα μας, χάνεται, με αποτέλεσμα όχι μόνο την αίσθηση της μοναξιάς αλλά και την ανάπτυξη του μεγάλου βάρους της προσωπικής επιλογής και της ευθύνης για τις επιλογές μας, μέσα σ’ ένα κοινωνικό πλαίσιο που δεν είναι βοηθητικό, ενθαρρυντικό ή φιλικό, αλλά βιώνεται ως απειλητικό και δημιουργεί διαρκή ανασφάλεια.

Σε ένα πιο πρακτικό επίπεδο, εύκολα διαπιστώνουμε ότι η συζητούμενη αποκοινωνικοποίηση του ατόμου αποθεώνεται μέσα από την ανάπτυξη και επέκταση των διαδικασιών αξιολόγησης σε κάθε τομέα. Οι διαδικασίες αξιολόγησης προκύπτουν ως μια δομική αναγκαιότητα στις σύγχρονες κοινωνίες με τη μεγάλη ανεργία, στις κοινωνίες αυτές που απορρίπτουν τα 2/3 των μελών τους. Και για να γίνει αυτό εφικτό, όλος αυτός ο κόσμος που περιθωριοποιείται θα πρέπει να βγει έξω από τη αγορά σταθερής και πλήρους απασχόλησης και να χρεωθεί την ευθύνη της περιθωριοποίησής του. Η ιδεολογία της αξιοκρατίας κυριαρχεί, εξασφαλίζοντας τους καταλληλότερους για τις δουλειές που υπάρχουν και γεμίζοντας αισθήματα αυτοϋποτίμησης τα θύματα του μεγάλου αυτού αποκλεισμού των ανθρώπων από τη σταθερή εργασία. Εδώ βέβαια σημαντικό ρόλο παίζει το γεγονός ότι το σύστημα, με την υποχώρηση της αριστερής αντίληψης και παρουσίας, μένει πλέον χωρίς αντίπαλο και χωρίς αντίλογο.

Η ψυχολογικοποίηση, βιολογικοποίηση και ψυχιατρικοποίηση των ανθρώπινων προβλημάτων αποτελεί έκφραση αυτής της αποκοινωνικοποίησης τόσο στο ατομικό όσο και στο κοινωνικό επίπεδο. «Γνωρίζουμε ότι η αναγωγή του κοινωνικού στο ατομικό-ψυχολογικό και εσχάτως στο μοριακό ήταν και είναι περισσότερο από ποτέ η κύρια στρατηγική της βιοεξουσίας», λέει ο γνωστός ψυχίατρος Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμουxix, αναφερόμενος στη φαρμακευτική αντιμετώπιση μιας σειράς κοινωνικών προβλημάτων.

Η φαρμακευτική διαχείριση προβλημάτων όπως το υπερβολικό άγχος, η διαταραχή πανικού, η διαταραχή του κοινωνικού άγχους – «φαντάσου ότι είσαι αλλεργικός στους ανθρώπους», έβλεπες παντού γραμμένο στη σχετική διαφημιστική εκστρατεία προβολής του φαρμάκου από τη φαρμακευτική εταιρεία που το προωθούσε. Ούτε τα παιδιά δεν ξεφεύγουν από τις σύγχρονες μορφές βιοεξουσίας και από το κυνήγι του κέρδους στο οποίο επιδίδονται οι φαρμακευτικές εταιρείες. Τα ζωηρά παιδιά χαρακτηρίζονται προβληματικά, η μη συμμόρφωση κάποιων παιδιών στις συνθήκες σωματικής και πνευματικής ακινησίας, που συνήθως δημιουργεί το σχολείο, ορίζεται συχνά ως «διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητα». Και η παιδική ή εφηβική ζωηράδα αντιμετωπίζεται με τη ριταλίνη, το χάπι της «υπακοής»xx.

 

Β) Καινοτομία, Ανθρώπινα Δικαιώματα, αντιμετώπιση των Διακρίσεων και της Βίας: Εμπορευματοποίηση και Ενσωμάτωση

Β1) Η καινοτομία

Και ξαφνικά η καινοτομία γίνεται η νέα μόδα. Ασφυκτιώντας μέσα στην κλειστότητα των οριζόντων, στην επαναλαμβανόμενη κυκλικότητα των κοινωνικών καταστάσεων, στις ασφυκτικές σχέσεις και τη διαρκή επιτήρηση από την κλειστή κοινότητα, ο άνθρωπος της παραδοσιακής κοινωνίας είδε ένα φως ελευθερίας και ανοιχτών οριζόντων, έλαβε υποσχέσεις νεωτερισμών, διαρκών καινοτομιών με εξαφάνιση της στασιμότητας και της επαναληπτικότητας. Υποσχέσεις για δυναμικές οικονομίες, για διαρκώς ανανεούμενες κοινωνίες, σκέψεις και ιδέες. Ο εκσυγχρονισμός έγινε μια νέα μαγική λέξη, μια λέξη υπόσχεση. Και μαζί με τον εκσυγχρονισμό, ως αναγκαίο συμπλήρωμά του, η διαρκής αναζήτηση της καινοτομίας. Η χρήση των δύο αυτών όρων συμβάλλει στην ενσωμάτωση, με τις κατάλληλες βέβαια προσαρμογές, του αριστερού προοδευτικού αιτήματος της κοινωνικής μεταβολής στις συνθήκες του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Η καινοτομία γίνεται η λέξη κλειδί για την επιχειρηματική επιτυχία. Οι σύγχρονες μικρές σε μέγεθος επιχειρήσεις που διαθέτουν προηγμένες τεχνολογικές εγκαταστάσεις, εφαρμόζουν καινούργιες ιδέες και παράγουν καινοτόμα προϊόντα είναι οι πλέον βιώσιμες σήμερα, λένε οι ειδικοί. Αν βέβαια το καινοτόμο προϊόν ελάχιστα διαφέρει επί της ουσίας από το προηγούμενό του, ελάχιστα ενδιαφέρει. Η καινοτομία εισβάλλει ορμητικά και στα σχολεία. Καινοτόμα προγράμματα, καινοτόμες δράσεις. Σημασία έχει να καινοτομείς και ας είναι μια καινοτομία κατά παραγγελία. Και ας είναι συζητήσιμο αν η καινοτομία παραγγέλνεται.

Και τι σημαίνουν όλα αυτά στην πράξη; Είναι η καινοτομία η οδός για να ικανοποιηθούν οι ανθρώπινες ανάγκες με καλύτερο τρόπο; Μήπως με την καινοτομία εξασφαλίζουμε συνθήκες πιο ανθρώπινες για εμάς και τα παιδιά μας; Φοβάμαι πως όχι. Βεβαίως η καινοτομία φέρει ελπίδες και υποσχέσεις, όταν όμως αυτή τίθεται στην υπηρεσία της κερδοφορίας χάνει την αξία της. Η καινοτομία σήμερα σημαίνει αυτό που ως προηγμένο και διαφορετικό μπορεί να πουλήσει. Σημαίνει πωλήσεις, σημαίνει την πολυπόθητη κίνηση της αγοράς.

Αν και τόσο ο εκσυγχρονισμός όσο και η καινοτομία δεν αποτέλεσαν προτάγματα της αριστεράς, και τα δύο αποπνέουν την αίσθηση της αλλαγής και μάλιστα της προόδου, έννοιες που και οι δύο παραπέμπουν ευθέως στην αριστερά.

 

Β2) Το μπούλινγκxxi

Η βία σήμερα καταγγέλλεται ως απαράδεκτη από τους πάντες. Η άσκηση φυσικής βίας δεν είναι κάτι που γίνεται ανεκτό σε μια εποχή που η επιβολή γίνεται μέσω των μηχανισμών της βιοεξουσίας, που στηρίζονται στην επιστήμη, χρησιμοποιούν προηγμένη τεχνολογία και χαρακτηρίζονται από ηπιότητα. Η ωμή βία σήμερα είναι για τους περιθωριακούς. Καταγγέλλεται και διώκεται απηνώς. Παράλληλα όμως αξιοποιείται ως ένα ακόμη εμπόρευμα. Τόσο η βία όσο και η αντιμετώπισή της.

Θεσπίζεται παγκόσμια ημέρα για τη βία, δράσεις και εκδηλώσεις στα σχολεία, προγράμματα κατά της βίας. Το μπούλινγκ στα σχολεία γίνεται η νέα λέξη της μόδας, κάνει το γύρο στα ΜΜΕ, οι γονείς ανησυχούν. Ξαφνικά το μπούλινγκ είναι παντού δίπλα μας και μας απειλεί.

Πού οφείλεται όμως αυτό το φούντωμα της βίας, αν βέβαια κάτι τέτοιο είναι ακριβές; Φαίνεται ότι συνδέεται με τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές των τελευταίων δεκαετιών. Στην Αγγλία οι πολιτικές της Μάργκαρετ Θάτσερ, τη δεκαετία του 1980, οδήγησαν σε κάθετη αύξηση της εγκληματικότητας, ενώ στις ΗΠΑ η εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών από τον Ρόναλντ Ρήγκαν συμπίπτει χρονικά με μεγάλες αλλαγές στην παραβατικότητα στο αμερικάνικο σχολείο, αφού από τη βία και τους βανδαλισμούς της δεκαετίας του ’70 καταλήγουμε στη βία των συμμοριών ανηλίκων και σε σοβαρά περιστατικά ανθρωποκτονιών στη δεκαετία του 1990 και τις αρχές του 2000xxii.

Οι μεγάλες κοινωνικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών έχουν την αφετηρία τους στις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 που οδήγησαν στην αναζήτηση της ευελιξίας στην παραγωγή, στη δημιουργία νέων οργανωτικών σχημάτων στην επιχειρηματική δραστηριότητα και στην εισαγωγή των νέων τεχνολογιών που μπορούσαν να στηρίξουν τις ανάγκες της ευελιξίας. Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την κατάργηση των συμφωνιών Bretton Woods το 1971, έχουν οδηγήσει σε εκτεταμένη αποϋλοποίηση, αποτοπικοποίηση και χρηματιστηριοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας. Η εικόνα αυτή ολοκληρώνεται, αν προσθέσουμε την κατάρρευση των χωρών του υπαρκτού σοσιαλισμού, γεγονός που είχε τεράστιες συνέπειες σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής. Το κεφάλαιο μένει χωρίς αντίπαλο και αχαλίνωτο στην κερδοσκοπία με πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, επέκταση και επίταση των κοινωνικών διακρίσεων, διεύρυνση του κοινωνικού περιθωρίου, υψηλά επίπεδα ανεργίας, αύξηση φαινομένων επιθετικότητας και βίας, έλλειμμα προοπτικής και οράματος.

Η εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην εκπαίδευση επηρεάζει και με αμεσότερους τρόπους τη λειτουργία των σχολείων. Δημιουργία μεγάλων σχολικών συγκροτημάτων για μείωση του κόστους, χαμηλότερη χρηματοδότηση στη δημόσια εκπαίδευση, επίταση του ανταγωνιστικού πνεύματος και της επιλεκτικότητας των σχολικών διαδικασιών αξιολόγησης, αυξανόμενα ποσοστά μαθητικής περιθωριοποίησης, μείωση της αξίας της μάθησης, υποχώρηση του νοήματος που συνδέεται με τον τρόπο λειτουργίας του σχολείου.

Το θέμα όμως του μπούλινγκ φαίνεται ότι συνδέεται και με το γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες δίδεται μεγάλη έμφαση από τις κυρίαρχες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στα ανθρώπινα δικαιώματα. Τη στήριξή της σε αυτό δείχνει να δίνει και η συστημική αριστερά, η αριστερά των δικαιωμάτων, που εστιάζει στα ανθρώπινα δικαιώματα εγκαταλείποντας τα ζητήματα που συνδέονται με τις εκμεταλλευτικές δομές του συστήματος.

Η καταπολέμηση της σχολικής βίας εντάσσεται στη γενικότερη ενασχόληση της εποχής μας με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες. Περιέργως μάλιστα αυτή η ενασχόληση με ζητήματα ρατσισμού, διακρίσεων φύλου, φυλής, χρώματος και σεξουαλικού προσανατολισμού συνοδεύεται από μια εκκωφαντική σιωπή για το οικονομικό περιθώριο, τη φτώχεια, την ανεργία, την υποαπασχόληση, δείχνοντας έτσι μια πιθανή σχέση με τα κυρίαρχα συμφέρονταxxiii.

Μέσα στο ευρύτερο ατομιστικό και ανταγωνιστικό πλαίσιο της εποχής μας, η παλαιότερη ριζοσπαστική κριτική – από την καταγγελία της σεξουαλικής πουριτανικής ηθικής και της καταπιεστικής οικογένειας, μέχρι τη διεκδίκηση της ισότητας και της ελευθερίας για όλους τους ανθρώπους με αιχμή την καταγγελία κάθε διάκρισης με βάση τα χαρακτηριστικά φύλου, φυλής, χρώματος επιδερμίδας, σεξουαλικού προσανατολισμού και εθνικότητας – χάνει το ριζοσπαστικό της χαρακτήρα, αποκτά στοιχεία συντήρησης και μια λειτουργία ενταγμένη στην υπηρεσία των κυρίαρχων συμφερόντωνxxiv.

Η όποια κριτική, αφυδατωμένη από τον κοινωνικό της χαρακτήρα και περιεχόμενο, καταλήγει στο φιλελεύθερο φιλοσοφικό αξίωμα για «το απόλυτο δικαίωμα καθενός να κάνει αυτό που θέλει με το σώμα του και με το χρήμα του»xxv.

Στην ίδια ατομιστική λογική κινείται και η τάση θεραπευτικοποίησης που βρίσκεται πίσω από τις δράσεις πρόληψης και αντιμετώπισης του σχολικού εκφοβισμού, κάτι που συμβαίνει και με πολλά άλλα κοινωνικά προβλήματα, όπως και η διαφαινόμενη τάση για ψυχολογικοποίηση των σχολικών προβλημάτων καθώς και η επικράτηση της ψυχολογικής γλώσσας που χαρακτηρίζει την εποχή μας, σημάδια όλα υποχώρησης και εκτοπισμού των συλλογικών τρόπων νοηματοδότησης των κοινωνικών προβλημάτων.

 

Β3) Τα ανθρώπινα δικαιώματα και η σημασία της αντιρατσιστικής ρητορικής σήμερα

Τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στα οποία αποθεώνεται η ελευθερία βρίσκονται στο κέντρο όλων των δημόσιων συζητήσεων και του παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Ζητήματα ισότητας δείχνουν να ευαισθητοποιούν μόνο στο βαθμό που αυτά συμβάλλουν στην κατάργηση των ιδιαιτεροτήτων και επομένως στο θρυμμάτισμα των ταυτοτήτων. Αντιθέτως φαίνεται να μην ενδιαφέρει η μεγάλη οικονομική ανισότητα και η κατάσταση ανελευθερίας που βιώνουν οι φτωχοί.

Ανθρώπινα δικαιώματα και ατομικές ελευθερίες προβάλλουν με έμφαση στις μέρες μας στα πλαίσια μιας αντιρατσιστικής ρητορικής. Αντίθεση στις διακρίσεις φύλου, φυλής, χρώματος, σεξουαλικού προσανατολισμού. Την ίδια ώρα, αδιαφορία για το οικονομικό περιθώριο, τη φτώχεια, την ανεργία, την υποαπασχόληση. Όλα τα παραπάνω μπαίνουν σε ένα νέο πλαίσιο. Από στοιχεία που άλλοτε συνδέονταν με μια ουμανιστική απελευθερωτική προοπτική, σήμερα εντάσσονται όλο και περισσότερο στη λογική της εξυπηρέτησης των κυρίαρχων συμφερόντων.

Η εθνικότητα και η θρησκεία αποτελούν χαρακτηριστικά της προσωπικής ταυτότητας. Ως τέτοια δεν εναρμονίζονται με τις ανάγκες του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού που στηρίζεται στην κατάργηση των συνόρων και το αδυνάτισμα των ταυτοτήτων. Στην περίπτωσή τους όμως υπάρχει μια ιδιοτυπία. Αν και δεν μπορούν να αποτελέσουν, στη βάση των επίσημων ιδεολογικών αρχών του νεοφιλελευθερισμού, παράγοντα αποκλεισμού, δημιουργούνται εντούτοις γι’ αυτές σιγά – σιγά οι υλικοί όροι, ώστε να συνδεθούν με την τρομοκρατία και την επικινδυνότητα. Όχι βεβαίως κάθε θρησκεία ούτε κάθε εθνότητα αλλά εκείνες που συνδέονται στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα με όρους φτώχειας και αποκλεισμού.

Ως παράγοντες προσδιοριστικοί της προσωπικής ταυτότητας συνδέονται όλα εκείνα τα στοιχεία όπως το φύλο, η φυλή, το χρώμα, η θρησκεία, ο σεξουαλικός προσανατολισμός, η εθνικότητα ή η καταγωγή, η σημασία των οποίων υποβαθμίζεται συστηματικά. Ο ύστερος καπιταλισμός δεν αρέσκεται στη διατήρηση ισχυρών ταυτοτήτων. Μόνο ο οικονομικός παράγοντας – εισόδημα, πλούτος, καταναλωτική δύναμη – διατηρεί την αξία του, και μάλιστα με αυξανόμενη σημασία, αλλά, λόγω του απρόσωπου και αφηρημένου χαρακτήρα του, δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο προσωπικής ταυτότητας, παρά μόνον προσωπικής ισχύος και προσωπικής αίσθησης αξίας.

Εξάλλου, η έμφαση στη ρητορική των ατομικών ελευθεριών συνοδεύεται από την εξάπλωση ενός ολοκληρωτικού τεχνικού ελέγχου ο οποίος αφυδατώνει, ουδετεροποιεί και καθιστά κενές ουσιαστικού περιεχομένου τις ατομικές ελευθερίες. Ο ολοκληρωτισμός των οικονομικών δομών δημιουργεί, με τη βοήθεια της τεχνολογίας, τις υλικές προϋποθέσεις, ώστε να μπορέσει να διεισδύσει ο έλεγχος, με τη μορφή μάλιστα της αναγκαιότητας, σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας, από την εργασία, τις δημόσιες και οικονομικές σχέσεις, μέχρι τις πιο προσωπικές.

Την ίδια στιγμή η αξία της ισότητας υποχωρεί μέσω της σιωπής. Η σιωπή καλύπτει την ισότητα σε ό, τι αφορά τη σχέση της με την οικονομία, πράγμα που δεν συμβαίνει σε ότι αφορά τη σχέση της με τους υπόλοιπους παράγοντες που συνδέονται με καταστάσεις διακρίσεων και κοινωνικού ρατσισμού. Σε τέτοιες περιπτώσεις επιδεικνύεται μια ιδιαίτερη ευαισθησία. Οτιδήποτε παραπέμπει σε χαρακτηριστικά που προσδίδουν ταυτότητα δεν γίνεται ανεκτό. Οι ταυτότητες υποχωρούν και το άτομο μένει μετέωρο, μια γυμνή παραγωγική και καταναλωτική ύπαρξη.

 

Στον διπολικό κόσμο που διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, οι αξίες της ελευθερίας και της ισότητας συνυπήρξαν για δεκαετίες ως σημαντικές και για τα δύο κοινωνικά συστήματα, τόσο το καπιταλιστικό όσο και εκείνο του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Ενώ όμως το καπιταλιστικό έδινε πρωταρχική αξία στην ελευθερία, το σύστημα του υπαρκτού σοσιαλισμού έδινε στην ισότητα. Αυτό βέβαια είχε ως αποτέλεσμα τα δύο αξιακά συστήματα να διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους.

Η ελευθερία στον καπιταλιστικό κόσμο αποτελούσε πάντα το ιδεολογικό όχημα της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας και της ελεύθερης αγοράς. Αντίθετα, η ισότητα διεκδίκησε μια θέση με πολλούς πολιτικούς αγώνες, με τη διεκδίκηση καθολικού δικαιώματος ψήφου ήδη από τον 19ο αιώνα, μέχρι τα κοινωνικά δικαιώματα και το κοινωνικό κράτος που αποτέλεσαν την πραγμάτωση της ισότητας στο πεδίο των στοιχειωδών όρων ζωής για όλους τους ανθρώπους στη Δύση. Στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού από την άλλη, από πολλούς θεωρήθηκε ότι η ισότητα που στις χώρες αυτές επιτεύχθηκε ήταν ισοπεδωτική και η ελευθερία ήταν το μεγάλο τους έλλειμμα.

Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την παγκόσμια επικράτηση του καπιταλισμού, η αξία της ελευθερίας γίνεται κυρίαρχη στα σύγχρονα αξιακά συστήματα, εκφράζοντας τις ανάγκες του σύγχρονου παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, ενώ η αξία της ισότητας ή της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως συχνά λέγεται, υποτιμάται ιδιαίτερα, αποσιωπάται και περιορίζεται στην αντιρατσιστική ρητορική. Η οικονομική ισότητα και η εξασφάλιση υλικών όρων αξιοπρεπούς διαβίωσης για όλους έχει περιπέσει στα αζήτητα, συμπαρασύροντας και την ελευθερία σε μια μεγάλη κατάπτωση, αφού αυτή μετατρέπεται σε μια τυπική, κατ’ όνομα μόνο, ελευθερία, που στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με την ελευθερία των πλούσιων και ισχυρών και την ανελευθερία των πολλών.

Έτσι, ενώ τις πρώτες δεκαετίες μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο οι πολιτικές ιδέες της εποχής συνδύαζαν το αίτημα της ελευθερίας με εκείνο της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, ο νεοφιλελευθερισμός των τελευταίων δεκαετιών προσφέρει τις ατομικές ελευθερίες αποκομμένες και απογυμνωμένες από εκείνο το κρίσιμης σημασίας αίτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η αντίδραση σήμερα στο νεοφιλελευθερισμό συχνά εκφράζεται με θέσπιση διατάξεων για κατοχύρωση των δικαιωμάτων, κάτι που στην ουσία «είναι ένας νεοφιλελεύθερος τρόπος να αντιδράσεις στο νεοφιλελευθερισμό»xxvi.

Όπως εύκολα διαπιστώνει κανείς, οι αξίες της ελευθερίας και της ισότητας, αν και διατηρούν τη συμβολική τους αξία μέχρι σήμερα, αποτελούν ωστόσο, σε τελευταία ανάλυση, ελαστικά περιβλήματα που παίρνουν το σχήμα που κάθε εποχή τους δίνει με βάση τις ανάγκες των εκάστοτε κυρίαρχων συμφερόντων.

 

Αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει με τις βασικές αυτές αξίες περιγράφεται πολύ καλά στο βιβλίο του Κρίστοφερ Λας, «Η κουλτούρα του ναρκισσισμού», όπου ο συγγραφέας μεταξύ άλλων αναφέρει: «Πολλοί ριζοσπάστες εξακολουθούν να στρέφουν την αγανάκτησή τους εναντίον της εξουσιαστικής οικογένειας, της καταπιεστικής σεξουαλικής ηθικής, της λογοκρισίας στη λογοτεχνία, της εργασιακής ηθικής και άλλων θεμελίων της αστικής τάξης πραγμάτων που τα έχει εξασθενήσει ή καταστρέψει ο ίδιος ο ανεπτυγμένος καπιταλισμός»xxvii.

Κατά τον Κρίστοφερ Λας βιώνουμε μια μορφή «ναρκισσιστικής ενασχόλησης του καθενός με τον εαυτό του», σε μια εποχή παρακμής της κουλτούρας του ανταγωνιστικού ατομικισμού, στην οποία ο ατομικισμός έχει πάρει πλέον την ακραία μορφή του πολέμου όλων εναντίον όλων. Σύμπτωμα αυτής της εποχής του άναρχου ατομικισμού, που βαδίζει έξω από γραμμές, είναι και ένα ριζοσπαστικό προσωπείο σε μια καθόλα συντηρητική καπιταλιστική στρατηγική. Σύμφωνα με τον Λας, στην άσκηση της “ριζοσπαστικής” κριτικής, που κινείται από την καταγγελία της σεξουαλικής πουριτανικής ηθικής και της οικογενειακής καταπίεσης, της λογοκρισίας στη λογοτεχνία ή της εργασιακής ηθικής, μέχρι (προσθέτουμε εμείς) τη διεκδίκηση της ισότητας και της ελευθερίας για όλους τους ανθρώπους με αιχμή την καταγγελία κάθε διάκρισης με βάση το φύλο, τη φυλή, το χρώμα της επιδερμίδας, τις σεξουαλικές προτιμήσεις, τα θρησκευτικά πιστεύω κλπ. – κριτικής που στο παρελθόν ασκούνταν μόνο από ριζοσπάστες – ορθότερο είναι να αναγνωρίσουμε στοιχεία συντήρησης και μιας λειτουργίας ενταγμένης στην υπηρεσία των κυρίαρχων συμφερόντων. Η ασκούμενη κριτική, ενταγμένη μέσα στο ευρύτερο ατομιστικό και ανταγωνιστικό πλαίσιο και στο βαθμό που αυτή δεν αμφισβητεί το παραπάνω πλαίσιο, χάνει όλα τα ριζοσπαστικά της χαρακτηριστικά, για να καταλήξει υποστηρικτική της κυρίαρχης ιδεολογίας και κουλτούρας.

Στο νέο πλαίσιο οι αξίες αυτές υπηρετούν ξεκάθαρα τις ανάγκες ενός ακραίου ατομικισμού που έχει καταλάβει ολοκληρωτικά το σύγχρονο άνθρωπο, στο βαθμό που ο παλαιότερος «οικονομικός άνθρωπος» έχει σήμερα παραχωρήσει τη θέση του στον «ψυχολογικό άνθρωπο»xxviii.

Με συγκλίνουσες εκτιμήσεις ο Γάλλος φιλόσοφος Ζαν-Κλόντ Μισεά καταγγέλλει τη σύγχρονη Αριστερά που βρίσκεται στην εξουσία, ότι ταυτίζεται με τη Δεξιά, θεωρώντας «την καπιταλιστική οικονομία ως τον ανυπέρβλητο ορίζοντα του καιρού μας» και συγκαλύπτοντας την ιδεολογική συνενοχή της με το καπνογόνο προπέτασμα των κοινωνικών και μόνο ζητημάτων. Όπως επισημαίνει ο Μισεά, «ήδη πριν από 20 χρόνια ο Γκυ Ντεμπόρ έλεγε ότι οι προσεχείς εξελίξεις του σύγχρονου καπιταλισμού θα έβρισκαν υποχρεωτικά το μείζον ιδεολογικό τους άλλοθι στην πάλη εναντίον «του ρατσισμού, του αντιμοντερνισμού και της ομοφοβίας»xxix. Πρόκειται για τις ιδέες της «νέας φιλοσοφίας» η οποία στα τέλη της δεκαετίας του 1970 επεξεργάστηκε ένα πρόγραμμα με χειραφετητικές στοχεύσεις, πρόγραμμα που καταλήγει – μέσα στο ατομιστικό πλαίσιο των σύγχρονων κοινωνιών που στηρίζονται στο φιλελεύθερο φιλοσοφικό αξίωμα για «το απόλυτο δικαίωμα καθενός να κάνει αυτό που θέλει με το σώμα του και με το χρήμα του»xxx – από αναποτελεσματικό έως επικίνδυνο.

Στην εποχή της ολοκληρωτικής επικράτησης του παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού των αγορών, τα ανθρώπινα δικαιώματα – κύρια, αν όχι αποκλειστική, ενασχόληση της συστημικής αριστεράς – συχνά επιστρατεύονται ως άλλοθι για στρατιωτικές επεμβάσεις. Διαποτισμένο από το αγοραίο και συνάμα τζογαδόρικο πνεύμα της εποχής, το κοινωνικό σώμα θρυμματίζεται σε ατομικότητες που συνδέονται μεταξύ τους συμβατικά, ενώ ο φιλελευθερισμός καταλήγει τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη ένας ατομισμός. Η έσχατη συνέπεια αυτής της λογικής θα ήταν μια μέρα να «διαλύσουν την οικογένεια», έγραφε ο Ένγκελς το 1843xxxi.

 

 

Γ) Η αξία των μέχρι πρότινος προνομιακών περιοχών ευαισθησίας της αριστεράς για την σημερινή κυρίαρχη ιδεολογία

Είμαστε στο σημείο που πρέπει να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας, συνοψίζοντας τα βασικότερα σημεία όσων είπαμε. Και ξανά το αρχικό μας ερώτημα:

Ποιος είναι ο λόγος που όλα τα παραπάνω πεδία, προνομιακά μέχρι πρότινος για την αριστερά, έχουν ενσωματωθεί με τόση επιτυχία στην κυρίαρχη ιδεολογία; Είναι η τάση του συστήματος να αξιοποιεί όλες τις παρθένες από την καπιταλιστική επέκταση περιοχές για εξασφάλιση κέρδους; Πρόκειται για ενεργοποίηση μηχανισμών οικειοποίησης του διαφορετικού, του εναλλακτικού; Πρόκειται για τέχνασμα ιδεολογικής προσαρμογής προκειμένου να επιτευχθεί η ενσωμάτωση του αντιπάλου;

Ο Ηλίας Μιχαλαρέαςxxxii το θέτει ως εξής: “Μεταστρέφοντας την πραγματικότητα, η προπαγάνδα εμφανίζει την κυρίαρχη αντίληψη σαν ριζοσπαστική, ανατρεπτική, ακόμα και επαναστατική. Από αυτή την άποψη, τα άτομα έχουν την ψευδαίσθηση της συμμετοχής στην κοινωνία με σκοπό όχι την προσαρμογή στους κυρίαρχους κανόνες αλλά την τροποποίησή τους μέσα από τη διάσταση της καινοτομίας, της κοινωνικής αλλαγής. Ωθούνται τα άτομα να αναζητήσουν λύσεις των προβλημάτων μακριά απόν τις αιτίες που τα δημιούργησαν. Για να λειτουργήσει αυτή η διαδικασία, επεξεργάζονται νέες μορφές προώθησης αξιών, κανόνων, εκτιμήσεων, συμπεριφορών, με την επίφαση του εκσυγχρονισμού και με άλλοθι την «επιστήμη».”

Μέσα σε συνθήκες έντονης κινητικότητας κεφαλαίου και εργασίας, στα πλαίσια της παγκοσμιοποιημένης και αποτοπικοποιημένης αγοράς, η ανθρώπινη ύπαρξη περιπίπτει στην κατάσταση της «γυμνής ζωής»xxxiii. Ο ατομισμός που διαμορφώνεται μέσα σε τέτοιες συνθήκες σημαίνει απώλεια της ιδιότητας του πολίτη, απώλεια κάθε δικαιώματος και προστασίας.

«Ως ‘μη πολίτες’ και μη υποκείμενα δικαιωμάτων, αυτοί οι εκτός κοινωνίας άνθρωποι δεν επιβιώνουν αλλιώς παρά ως ‘γυμνές ζωές’. Όπως και το κεφάλαιο, σκέφτονται, δρουν και προτάσσουν ως ‘νομάδες’. Ζουν εκτός τόπου και χρόνου και περνούν από τη μια δουλειά και χώρα στην άλλη με μόνο γνώμονα τις διαφαινόμενες ‘ευκαιρίες επιβίωσης’ και με αποκλειστικό μέλημα την εξασφάλιση ενός έωλου επιούσιου»xxxiv.

Οι ‘γυμνές υπάρξεις’ της εποχής μας είναι υπάρξεις χωρίς φίλους, χωρίς μόνιμο σπίτι, χωρίς οικογένεια. Είναι άνθρωποι που η ύπαρξή τους έχει απογυμνωθεί από κάθε είδους νόημα, άνθρωποι χωρίς ταυτότητα, παρόν και μέλλον, που ζουν σε έναν κόσμο που δεν έχει ορατή λογική και κανόνες. Σε έναν κόσμο ωμής ισχύος, στον οποίο η ραγδαία εκλογίκευση και αποηθικοποίηση των εργασιακών σχέσεων (και όχι μόνο) – που ξεκίνησε με τη μετάβαση από την προκαπιταλιστική στην καπιταλιστική κοινωνία – τείνει σήμερα στην ολοκλήρωσή τηςxxxv.

Στη ρευστότητα των καιρών, ο άνθρωπος βιώνει έντονη αίσθηση αβεβαιότητας. Με το πέρασμα από τη σταθερή στη ρευστή φάση της νεωτερικότητας, η πολιτική, ως ικανότητα του αποφασίζειν, διαχωρίζεται από την εξουσία που ασκείται πλέον «στον πολιτικά ανεξέλεγκτο παγκόσμιο, και σε πολλές περιπτώσεις υπερτοπικό, χώρο». Οι πολιτικοί θεσμοί, διατηρώντας την ισχύ τους μόνο στα πλαίσια του τοπικού χώρου του κράτους-έθνους, αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα στο νέο παγκοσμιοποιημένο, αποτοπικοποιημένο περιβάλλον, χάνουν την αποτελεσματικότητα και την ισχύ τους, η δε πολιτική, ως ενασχόληση και δράση για τα κοινά, χάνει την αξία, την αίγλη και τη σημασία της. Ως φυσική συνέπεια χάνεται και το ενδιαφέρον των πολιτών για την πολιτική.

Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, καταρρέει η συστηματική σκέψη, ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός και η δράση, στο βαθμό που υποχωρούν και εξασθενούν οι δομές εκείνες που επέτρεπαν την πρόβλεψη, το σχεδιασμό και τον προγραμματισμό. Τόσο η πολιτική δράση όσο και η ατομική πορεία κατακερματίζονται και νοούνται ως «μια σειρά από βραχυπρόθεσμα και αναρίθμητα προγράμματα και επεισόδια. Όλα αυτά είναι δύσκολο να διαμορφώσουν αλληλουχίες για τις οποίες θα είχε νόημα να χρησιμοποιηθούν έννοιες όπως “εξέλιξη”, “ωρίμανση”, “καριέρα” ή “πρόοδος”»xxxvi.

 

Μέσα στο παραπάνω πλαίσιο κατακερματισμού ανθρώπων, ζωών και ταυτοτήτων, κατάρρευσης κανόνων και αξιών και απουσίας νοήματος, το εμπόρευμα εμφανίζεται ως η νέα οντότητα που μπορεί να προσφέρει το υλικό της ενοποίησης του σύγχρονου κόσμου, σε επίπεδο υλικής βάσης, αξιών, νοήματος, τρόπου λειτουργίας των κοινωνιών του άκρατου οικονομισμού, παραγωγής και θεραπείας προβληματικών καταστάσεων μέσα σ’ αυτές.

Κυρίαρχη ιδεολογία και οικονομική λειτουργία, στην αλληλοσύνδεσή τους αποδίδονται με την έννοια του εμπορεύματος. Το εμπόρευμα δεν είναι μόνο αυτό που παράγεται για να ανταλλαγεί, με σκοπό το κέρδος. Το εμπόρευμα συνοψίζει τις αλλοτριωτικές διαστάσεις της σύγχρονης κοινωνικής ζωής. Η γενικευμένη εμπορευματοποίηση της κοινωνίας μας παράγει, συνοψίζει και ταυτόχρονα αποκρύπτει τις κοινωνικές αιτίες, την κοινωνική παραγωγή των προβλημάτων και την κοινωνική ευθύνη για αυτά, και τα μετατρέπει σε ατομική παραγωγή, ατομική ιδιοκτησία και ατομική υπευθυνότητα. Η δομική βία μετατρέπεται σε ατομική βία και το θύμα εμφανίζεται ως ο ένοχος.

Το εμπόρευμα αποτελεί συλλογικό προϊόν που αποκρύπτει την κοινωνική του προέλευση. Αποτελώντας ατομική ιδιοκτησία του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, εμφανίζεται ως προϊόν του ιδιοκτήτη του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο συντελείται υφαρπαγή της ιδιοκτησίας από τη συλλογικότητα των εργαζομένων στον ιδιώτη επιχειρηματία. Είναι σα να γίνεται η παραγωγή από το κεφάλαιο και όχι από τους ανθρώπους. Το χρήμα έτσι εμφανίζεται ως το μέσον της παραγωγής που βρίσκεται στην αφετηρία της παραγωγικής διαδικασίας.

Με τον νομικό χαρακτηρισμό η συλλογική παραγωγική βάση του εμπορεύματος μετατρέπεται σε ατομική ιδιοκτησία με αποτέλεσμα την αποκοινωνικοποίησή του. Ο νομικός χαρακτηρισμός του εμπορεύματος (ατομική ιδιοκτησία) υφαρπάζει και μεταμφιέζει την παραγωγική του βάση (που είναι συλλογική). Το εμπόρευμα εκφράζει και ταυτόχρονα αποκρύπτει το σύνολο των παραγωγικών σχέσεων, τις οποίες συμπυκνώνει, όπως το άτομο εκφράζει και ταυτόχρονα αποκρύπτει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων, συμπυκνωμένη έκφραση των οποίων το ίδιο αποτελεί.

 

Επανερχόμενοι στο αρχικό ερώτημα της ενότητας αυτής, θα λέγαμε ότι τα συζητούμενα πεδία αποτελούν περιοχές προσφερόμενες για αποκόμιση κερδών. Ταυτόχρονα αποτελούν προνομιακά ιδεολογικά πεδία με τα οποία ενσωματώνονται στην κυρίαρχη ιδεολογία όχι μόνο οι ευαισθησίες της αριστεράς αλλά και οι βασικές της αρχές δεόντως εμπορευματοποιημένες, επομένως ευνουχισμένες, ουδετεροποιημένες και γι’ αυτό ακίνδυνες. Οι περισσότερο συλλογικές ανάγκες, ευαισθησίες και πολιτισμικές παραγωγές εμφανίζονται έτσι ως ατομικές παραγωγές, παραγωγές των ειδικών, που προτείνονται από ειδικούς και κοστίζουν γι’ αυτό.

Πέρα όμως από αυτά, φαίνεται ότι όλες αυτές οι αριστερές αξίες έχουν τεθεί στην υπηρεσία της διάλυσης των ανθρώπινων ταυτοτήτων. Φαίνεται ότι υπηρετούν μια ακόμα λειτουργία ιδιαίτερα σημαντική στο νέο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Αποβλέπουν και υπηρετούν τη δημιουργία γυμνών υπάρξεων, ανθρώπων χωρίς δεσμούς και χωρίς ταυτότητα, ανθρώπων χωρίς προσανατολισμό και χωρίς αντιστάσεις. Ανθρώπων με βασική τους λειτουργία την καταναλωτική. Ανθρώπων αδηφάγων καταναλωτών που προσπαθούν να καλύψουν το κενό της ύπαρξής τους με πλήθος προϊόντων που πρέπει να καταναλωθούν.

i Βασίλης Φίλιας, Από την Εξαχρείωση στην Εξαθλίωση (1974 – 2012). Οδοιπορικό της Χρεωκοπίας των Κατεστημένων Ελληνικών Ηγεσιών, εκδ. Προσκήνιο, Χαλάνδρι 2012, σ. 202

ii Zygmunt Bauman, Παγκοσμιοποίηση, οι συνέπειες για τον άνθρωπο, μτφρ. Χρήστος Βαλλιάνος, εκδ. ΠΟΛΥΤΡΟΠΟΝ Θεωρία- Ιδέες, Αθήνα 2004, σ. 21-24

iii Ό. π., σ. 33

iv Ό. π., σ. 43

v Ό. π., σ. 35

vi Βλ. «Sept pièces du puzzle néolibéral : la quatrième guerre mondiale a commencé», Le monde diplomatique, Αυγ. 1997, σελ. 4-5. Το άρθρο υπογράφεται από τον «Sous-Commandant Marcos» και προέρχεται από την περιοχή της αγροτικής εξέγερσης των Τσιάπας στην επαρχία του Μεξικού, στο Zygmunt Bauman, Παγκοσμιοποίηση … ό. π., σ. 96

vii “Η ταύτιση της πολιτικής ορθότητας με μια υποκριτική στάση «καλών τρόπων» που δεν επιλύει τα αναβράζοντα προβλήματα είναι μεν μυωπική, βασίζεται δε σε μια πραγματική απώλεια των κοινωνιών αυτών: στην απώλεια της πεποίθησης ότι η διεύρυνση της δημοκρατικής συνθήκης είναι δυνατή με, παρά χωρίς, τον συγκρουσιακό χαρακτήρα της υπαρκτής κοινωνικής ζωής και του πολιτικού, όπως έχει υποστηρίξει η Σαντάλ Μουφ. Εξαρχής, στις συνθήκες της ιστορικής της γένεσης, την ίδια δεκαετία (του ’70) που ο νεοφιλελευθερισμός ξεκινούσε τη σταυροφορία που θα άλλαζε τον κόσμο, η πολιτική ορθότητα ενείχε έναν εκ γενετής δυισμό: από τη μια πλευρά υπήρξε διεκδίκηση προοδευτικών κοινωνικών αγώνων, ενώ, από την άλλη, υπήρξε το χαλί κάτω απ’ το οποίο θα θάβονταν οι ουσιαστικές διεκδικήσεις κοινωνικού μετασχηματισμού”. Άντζελα Δημητρακάκη, «Πολιτική ορθότητα: Η αβάσταχτη ελαφρότητα του υπαρκτού λόγου και το αβάσταχτο βάρος της απουσίας πράξης», στο

http://www.lifo.gr/articles/opinions/180132/politiki-orthotita-ergaleio-isotitas-i-periorismos-tis-eleytherias-tis-ekfrasis

viii Kenneth J. Gergen, Ο κορεσμένος εαυτός, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997, σ. 157

ix Ό.π., σ. 160

x Ό.π., σ. 166

xi Ό.π., σ. 163

xii Apple, M., Ιδεολογία και αναλυτικά προγράμματα, μτφρ. Τάσος Δαρβέρης, εκδ. Παρατηρητής, Θεσ/κη 1986, ιδίως σσ. 272

xiii Η Γκραμσιανής προέλευσης έννοια της ηγεμονίας αναφέρεται στο διαποτισμό ολόκληρης της κοινωνικής ζωής από την οπτική των κυρίαρχων αστικών στρωμάτων

xiv Apple, M., Ιδεολογία … ό.π., σ. 29

xv Ζίγκμουντ Μπάουμαν, Ρευστοί καιροί - Η ζωή την εποχή της αβεβαιότητας, μτφρ. Κωνσταντίνος Δ. Γεώρμας, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2008, σ. 90

xvi “Σημερινή μορφή αποκλεισμού (που) αποπνέει έναν αέρα οριστικότητας”. Ο περιττός, λέει ο Μπάουμαν, “έχει απορριφθεί, έχει καταγραφεί ως παραπανίσιος, άχρηστος, μη απασχολήσιμος και καταδικασμένος να παραμένει «οικονομικά ανενεργός»”, Ό.π., σ.σ. 118-119

xvii Z. Bauman, Παγκοσμιοποίηση, … ό.π., σ. 67-68

xviii Ό.π., σ. 33-35

xix Ιωακειμίδου Ντίνα, Η Novartis δεν είναι η εξαίρεση, Η Εφημερίδα των Συντακτών, 3-4 Μαρτίου 2018, νησίδες, σσ. 10-11

xx Ό.π.

xxi Βλέπε σχετικά: Ηλία Δασκαλάκη, Η μάστιγα του σχολικού εκφοβισμού σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Ιδεολογική διαχείριση – εμπορευματοποίηση ενός δομικού προβλήματος και διαφαινόμενοι κίνδυνοι, Παιδαγωγική Επιθεώρηση, τομ. 33, τευχ. 62/ 2016, εκδ. Διάδραση

xxiiΒάσω Αρτινοπούλου, Βία στο Σχολείο. Έρευνες και Πολιτικές στην Ευρώπη. Εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2001, σ.σ. 11-12

xxiii Η. Δασκαλάκη, Η μάστιγα … ό.π., σ. 51-52

xxiv Ό.π., σ. 52

xxv Ζαν Κλοντ Μισεά, Συνέντευξη του Γάλλου φιλοσόφου στο γαλλικό περιοδικό “Marianne”, Εφημ. των Συντακτών, 10-11 Ιανουαρίου 2015, σ. 18

xxvi Ο David Harvey μιλώντας, στη σειρά «Στα μονοπάτια της σκέψης» της ΕΡΤ, στον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, στο https://walk2geographies.wordpress.com/2012/03/31/david-harvey-on-neoliberalism-david-harvey-sur-le-neoliberalisme/

xxvii Κρίστοφερ Λας, Η κουλτούρα του ναρκισσισμού, μτφρ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, Θεσσαλονίκη 2008, σ.13

xxviii Ο «ψυχολογικός» άνθρωπος, σύμφωνα με τον Κρ. Λας, αποτελεί το τελικό προϊόν του αστικού ατομικισμού. Πρόκειται για τον Νάρκισσο άνθρωπο της εποχής μας, ο οποίος κατατρύχεται από αγωνία και άγχος για έγκριση και επιδοκιμασία. Αρνείται τις ανταγωνιστικές ιδεολογίες της προγενέστερης καπιταλιστικής φάσης και παινεύει τη συνεργασία και την ομαδική δουλειά, ενώ θρέφει βαθιά αντικοινωνικές τάσεις. Δεν επιδιώκει «να επιβάλλει τις βεβαιότητές του στους άλλους, αλλά να βρει ένα νόημα στη ζωή» … «Δεν συσσωρεύει αγαθά όπως ο κτητικός ατομιστής του 19ου αι., αλλά απαιτεί άμεση ικανοποίηση και ζει σε κατάσταση αγχώδους, μονίμως ανικανοποίητης επιθυμίας». Ο ναρκισσιστής ενδιαφέρεται μόνο για το παρόν. «Δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για το μέλλον, επειδή, εν μέρει έχει πολύ μικρό ενδιαφέρον για το παρελθόν», το οποίο υποτιμά. Χωρίς όμως αυτό, χωρίς «ένα απόθεμα τρυφερών αναμνήσεων», είναι καταδικασμένος σε μια διαρκή αίσθηση ανικανοποίητου στο βαθμό που, αντί να αντλεί από τις προσωπικές του εμπειρίες αφήνεται στους ειδικούς να του ορίζουν τις ανάγκες του. Ό. π., σ.σ. 13-16

xxix Ζ. Κ. Μισεά, Συνέντευξη … ό.π.

xxx Ό.π.

xxxi Ό.π.

xxxii Ηλίας Μιχαλαρέας, Η ταυτότητα φύλου, τα δόγματα και η επιστήμη, αρθρ. Ημεροδρόμος http://www.imerodromos.gr/h-taftotita-fylou-ta-dogmata-ke-i-epistimi-tou-ilia-michalarea/

xxxiii Giorgio Agamben, Moyens sans fins: Notes sur le politique, Paris, Payot-Rivages, 2002, p. 23 s., στο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η Γυμνή Βασίλισσα. Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2014, σ. 333

xxxiv Κ. Τσουκαλάς, Η Γυμνή Βασίλισσα … ό.π., σ. 333

xxxv Ό.π., σ. 332, σημ. 463, όπου και γίνεται αναφορά στην συχνά επαναλαμβανόμενη πλανερή εικόνα περί επιστροφής στον εργασιακό μεσαίωνα.

xxxvi Ζ. Μπάουμαν, Ρευστοί Καιροί. … ό.π., σσ. 15-20

best of network

σχετικά άρθρα