Η συζήτηση για το μέλλον του ασφαλιστικού συστήματος επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς οι τελευταίες αναλογιστικές μελέτες και οι δημογραφικές προβλέψεις αναδεικνύουν το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης μετά το 2030. Αν και το υπουργείο Εργασίας επισημαίνει ότι δεν υπάρχει σήμερα καμία ειλημμένη απόφαση για αλλαγές, η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει ότι τα ηλικιακά όρια επανεξετάζονται περιοδικά, με βάση την εξέλιξη του προσδόκιμου ζωής.
Σήμερα ισχύουν δύο βασικές διαδρομές εξόδου από την εργασία: η πλήρης σύνταξη στα 62 έτη με 40 χρόνια ασφάλισης (12.000 ένσημα) και η πλήρης σύνταξη στα 67 έτη με τουλάχιστον 15 χρόνια ασφάλισης (4.500 ένσημα). Τα όρια αυτά παραμένουν αμετάβλητα από τις τελευταίες μεγάλες ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις.
Τι εξετάζεται μετά το 2030
Οι πρόσφατες εκτιμήσεις της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής αναφέρουν ότι, εφόσον συνεχιστεί η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, τα ισχύοντα όρια ηλικίας θα μπορούσαν να αυξηθούν κατά περίπου ενάμιση χρόνο από το 2030 και μετά.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η συνταξιοδότηση στα 62 έτη με 40 χρόνια ασφάλισης θα μπορούσε να μεταφερθεί περίπου στα 63,5 έτη, ενώ αντίστοιχη προσαρμογή θα εξεταζόταν και για το όριο των 67 ετών. Οι όποιες αλλαγές, σύμφωνα με τις έως τώρα πληροφορίες, δεν αναμένεται να εφαρμοστούν απότομα, αλλά σταδιακά, με μικρές αυξήσεις κάθε χρόνο.
Η βασική αιτία που οδηγεί σε αυτές τις συζητήσεις είναι το δημογραφικό πρόβλημα. Η γήρανση του πληθυσμού, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής και η διατήρηση των γεννήσεων σε χαμηλά επίπεδα μεταβάλλουν τη σχέση εργαζομένων και συνταξιούχων, ασκώντας πιέσεις στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
Παράλληλα, κυβερνητικά στελέχη επαναλαμβάνουν ότι μέχρι το 2027 δεν τίθεται θέμα αλλαγής των ηλικιακών ορίων, ενώ η επόμενη ουσιαστική αξιολόγηση αναμένεται πριν από το 2030, όταν θα υπάρχουν νεότερα αναλογιστικά δεδομένα.
Ποιοι ασφαλισμένοι δεν αναμένεται να επηρεαστούν
Ακόμη και αν αποφασιστεί αύξηση των ορίων ηλικίας, υπάρχουν κατηγορίες ασφαλισμένων που εκτιμάται ότι θα παραμείνουν εκτός των αλλαγών.
Σε αυτές περιλαμβάνονται όσοι έχουν ήδη θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους ή μειωμένης σύνταξης, ανεξάρτητα από το πότε θα επιλέξουν να αποχωρήσουν από την εργασία. Επίσης, δεν αναμένεται να επηρεαστούν οι ασφαλισμένοι που συνταξιοδοτούνται λόγω αναπηρίας προστατευόμενου μέλους, οι εργαζόμενοι στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, οι ένστολοι που υπάγονται σε ειδικό καθεστώς, καθώς και όσοι βρίσκονται σήμερα κοντά στα 57 έτη και αναμένεται να συμπληρώσουν τα 62 με 40 χρόνια ασφάλισης, ακόμη και μέσω αναγνώρισης πλασματικών ετών.
Ποιοι βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένοι
Αντίθετα, οι ασφαλισμένοι ηλικίας περίπου 50 έως 55 ετών θεωρείται ότι ενδέχεται να επηρεαστούν περισσότερο, καθώς αρκετοί δεν θα έχουν προλάβει να θεμελιώσουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα πριν από το 2030. Εφόσον υπάρξουν αλλαγές, θα χρειαστεί να παραμείνουν στην εργασία περισσότερο από ό,τι προβλέπει σήμερα το ισχύον καθεστώς.
Ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα αντιμετωπίζουν οι νεότεροι εργαζόμενοι, ηλικίας 35 έως 50 ετών, οι οποίοι είναι πιθανό να βρεθούν αντιμέτωποι με περισσότερες από μία αναπροσαρμογές μέχρι τη συνταξιοδότησή τους.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις, στο μέλλον η πλήρης συνταξιοδότηση ενδέχεται να απαιτεί ηλικία άνω των 64 ετών και περισσότερα από 40 χρόνια ασφάλισης, ενώ όσοι έχουν διακεκομμένη ασφαλιστική πορεία ή λιγότερα ένσημα ενδέχεται να χρειαστεί να παραμείνουν στην εργασία έως και κοντά στα 70 έτη, προκειμένου να θεμελιώσουν πλήρες συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Σε κάθε περίπτωση, οι τελικές αποφάσεις θα εξαρτηθούν από τα επικαιροποιημένα δημογραφικά και αναλογιστικά στοιχεία των επόμενων ετών, καθώς και από τις παρεμβάσεις που θα επιλεγούν για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος.