Σημαντική συσχέτιση μεταξύ λοιμώξεων και καρκινογένεσης αναδεικνύει νέα επιστημονική μελέτη του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο (IARC), η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Lancet Oncology. Σύμφωνα με τα ευρήματα, περίπου το 12% των νέων περιστατικών καρκίνου που καταγράφηκαν παγκοσμίως το 2024, δηλαδή 2,3 εκατομμύρια διαγνώσεις σε σύνολο 20 εκατομμυρίων, οφείλεται σε λοιμώξεις από ιούς και βακτήρια. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι ένα μεγάλο μέρος αυτού του παγκόσμιου φορτίου της νόσου θα μπορούσε να αποφευχθεί με την πλήρη αξιοποίηση ήδη διαθέσιμων προληπτικών εργαλείων, όπως οι εμβολιασμοί και ο προσυμπτωματικός έλεγχος.
Η επιστημονική έρευνα εστίασε σε τέσσερις κύριους λοιμώδεις παράγοντες που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη κακοηθειών μέσω μηχανισμών όπως η χρόνια φλεγμονή, οι κυτταρικές μεταλλάξεις και η εξασθένηση της ανοσίας. Ο ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV) συνδέεται άμεσα με τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, το ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού (H. pylori) αυξάνει τον κίνδυνο καρκίνου του στομάχου, ο ιός της ηπατίτιδας B (HBV) ευθύνεται για σοβαρές ηπατικές βλάβες και καρκίνο του ήπατος, ενώ ο ιός Epstein-Barr (EBV) σχετίζεται με τον καρκίνο του ρινοφάρυγγα και του στομάχου. Επιπλέον, η μελέτη συμπεριέλαβε τον ιό HIV, ο οποίος επιβαρύνει το ανοσοποιητικό σύστημα αυξάνοντας την ευαλωτότητα σε διάφορες μορφές καρκίνου.
Στο πεδίο της πρόληψης, οι επιδημιολόγοι δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην έγκαιρη έναρξη του εμβολιασμού κατά του HPV σε ηλικίες 9 έως 12 ετών, καθώς και στη χορήγηση της πρώτης δόσης του εμβολίου της ηπατίτιδας B εντός των πρώτων 24 ωρών από τη γέννηση των βρεφών. Παράλληλα, ο συστηματικός προληπτικός έλεγχος (όπως οι εξετάσεις για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας) και η ασφαλής συμπεριφορά αποτελούν κομβικούς πυλώνες για τον έγκαιρο εντοπισμό προκαρκινικών αλλοιώσεων και τον περιορισμό της μετάδοσης των παθογόνων μικροοργανισμών.
Παρά την πρόοδο στη διεύρυνση της εμβολιαστικής κάλυψης, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι οι παγκόσμιες ανισότητες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας καθυστερούν τη μείωση των περιστατικών, καθώς απαιτούνται χρόνια για να αποτυπωθεί η προστασία των εμβολιασμένων ομάδων στους συνολικούς δείκτες του πληθυσμού. Την ίδια στιγμή, εκφράζεται έντονος προβληματισμός για την εμβολιαστική διστακτικότητα και τις περικοπές στη χρηματοδότηση διεθνών προγραμμάτων υγείας, παράγοντες που απειλούν να ανακόψουν τη δυναμική της πρόληψης.
Τέλος, το δημοσίευμα κάνει αναφορά στις πολιτικές και δικαστικές διαμάχες στις ΗΠΑ γύρω από τα εμβολιαστικά προγράμματα, όπου επιχειρήθηκε από την κυβέρνηση Τραμπ η απομείωση των συστάσεων για τους εμβολιασμούς κατά της ηπατίτιδας B και του HPV. Η προσωρινή αναστολή αυτών των αλλαγών από ομοσπονδιακό δικαστή τον Μάρτιο διατήρησε το υφιστάμενο πρόγραμμα παιδικών εμβολιασμών, αναδεικνύοντας ότι η προάσπιση της δημόσιας υγείας και της προσβασιμότητας στα εμβόλια παραμένει κρίσιμη παράμετρος για την παγκόσμια μάχη κατά του καρκίνου.