Μεγαλύτερη κάμψη από την αρχικώς εκτιμώμενη αναμένεται να καταγράψει η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου για το τρέχον έτος, όπως γνωστοποίησε ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (ΔΟΕ). Κύριος καταλύτης αυτής της εξέλιξης αποτελεί η συνεχιζόμενη αποσταθεροποίηση και το κλείσιμο της θαλάσσιας διόδου στα Στενά του Ορμούζ.
Σύμφωνα με τις αναθεωρημένες εκτιμήσεις του οργανισμού, η ημερήσια ζήτηση προβλέπεται να μειωθεί κατά 1,6 εκατομμύρια βαρέλια το 2026. Η προσαρμογή αυτή είναι επιπλέον επιβαρυμένη κατά 510.000 βαρέλια ημερησίως σε συγκριτική αξιολόγηση με την προηγούμενη μηνιαία έκθεση του Ιουλίου. Η διατήρηση των τιμών των καυσίμων σε υψηλά επίπεδα συνεχίζει να ασκεί πιέσεις στην κατανάλωση, αν και ο ΔΟΕ εκτιμά σταδιακή ανάκαμψη εντός του έτους, με επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς κατά το τελευταίο τρίμηνο.
Την ίδια στιγμή, το τοπίο στα Στενά του Ορμούζ παραμένει «ρευστό», καθώς οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης για την επαναλειτουργία του περάσματος δεν έχουν καταλήξει σε συμφωνία. Η κλιμάκωση των εχθροπραξιών και οι διαταραχές στη ναυσιπλοΐα παρεμποδίζουν την ενίσχυση της παγκόσμιας προσφοράς, η οποία τον Ιούλιο παρέμενε μειωμένη κατά 6,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως σε ετήσια βάση.
Μεταβλητότητα στις τιμές και ιστορικά χαμηλό στα αμερικανικά αποθέματα
Η έκρυθμη κατάσταση αντικατοπτρίζεται στην έντονη διακύμανση των διεθνών τιμών. Το πετρέλαιο τύπου Brent, αφού ξεπέρασε τα 100 δολάρια ανά βαρέλι τον προηγούμενο μήνα, υποχώρησε πρόσκαιρα κοντά στα 70 δολάρια, για να σταθεροποιηθεί στη συνέχεια οριακά κάτω από τα 90 δολάρια.
Παρά τους αρχικούς φόβους για γενικευμένη έλλειψη μετά το κλείσιμο του στενού τον Μάρτιο, η αγορά απέφυγε τα ακραία σενάρια χάρη σε:
- Την αισθητή μείωση των εισαγωγών από την Κίνα.
- Την αξιοποίηση εναλλακτικών ναυτιλιακών διαδρομών.
- Τη διοχέτευση στρατηγικών αποθεμάτων στην αγορά.
Εντούτοις, τα αποθέματα αργού πετρελαίου στις ΗΠΑ υποχώρησαν εκ νέου κάτω από το όριο των 300 εκατομμυρίων βαρελιών, καταγράφοντας τη χαμηλότερη επίδοση των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών.
Οι πιέσεις μετακυλίονται άμεσα στους καταναλωτές, καθώς η περιορισμένη δυναμικότητα των διυλιστηρίων διατηρεί σε υψηλά επίπεδα τις τιμές των τελικών προϊόντων, όπως η βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης. Παράλληλα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) προχώρησε σε υποβάθμιση των εκτιμήσεων για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη στο 3% από 3,3%, στον απόηχο της πολεμικής σύρραξης στο Ιράν που ξέσπασε τον Φεβρουάριο. Σύμφωνα με τη Γενική Διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, το διεθνές οικονομικό περιβάλλον βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα παρατεταμένο κύμα ακρίβειας και επιβράδυνσης της ανάπτυξης.