Μια Ευρώπη που γίνεται ονομαστικά πιο εύπορη, αλλά παραμένει βαθιά διαιρεμένη, αποτυπώνουν οι πρόσφατες εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ). Παρά την αναμενόμενη άνοδο των εισοδημάτων σε ολόκληρη την ήπειρο έως το 2030, η συνολική γεωγραφία της ευημερίας φαίνεται να μένει «κλειδωμένη», με τις αποστάσεις μεταξύ των πλούσιων και των λιγότερο αναπτυγμένων κρατών να παραμένουν σχεδόν αμετάβλητες.
Για την Ελλάδα, τα στοιχεία του ΔΝΤ περιγράφουν μια πραγματικότητα σχετικής οπισθοχώρησης. Παρόλο που η αγοραστική δύναμη στη χώρα μας προβλέπεται να αυξηθεί από τα 44.981 δολάρια στα 54.477 δολάρια έως το 2030, η Ελλάδα αναμένεται να καταγράψει τη μεγαλύτερη πτώση στην ευρωπαϊκή κατάταξη, υποχωρώντας από την 29η στην 32η θέση.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η Δανία εμφανίζει σχεδόν διπλάσια αγοραστική δύναμη από την Ελλάδα, ενώ η Τουρκία αποτελεί την εξαίρεση των υποψηφίων προς ένταξη χωρών, καθώς εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τρία πλήρη μέλη της ΕΕ: τη Βουλγαρία, τη Λετονία και την Ελλάδα.
Στην κορυφή του πίνακα, η Ιρλανδία προβλέπεται να εκθρονίσει το Λουξεμβούργο από την πρώτη θέση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε αγοραστική δύναμη (PPP). Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι οι αριθμοί αυτοί χρήζουν προσεκτικής ανάγνωσης. Η κυριαρχία των πολυεθνικών κολοσσών στην Ιρλανδία διογκώνει τεχνητά το ΑΕΠ της, με αποτέλεσμα το Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα (GNI) να θεωρείται ασφαλέστερος δείκτης για την πραγματική οικονομική κατάσταση των πολιτών της. Την πρώτη πεντάδα συμπληρώνουν σταθερά η Νορβηγία, η Ελβετία και η Δανία, επιβεβαιώνοντας την κυριαρχία του ευρωπαϊκού Βορρά.
Ανάμεσα στις πέντε ισχυρότερες οικονομίες της ηπείρου, η Γερμανία διατηρεί τα πρωτεία καταλαμβάνοντας τη 12η θέση, με τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο να ακολουθούν στενά. Στον αντίποδα, η Ισπανία καταγράφει τη χαμηλότερη επίδοση από το γκρουπ των ισχυρών.
Η εικόνα γίνεται ακόμα πιο δραματική εκτός των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με εξαίρεση την Τουρκία, οι υπόλοιπες υποψήφιες χώρες (Ουκρανία, Μολδαβία, Κοσσυφοπέδιο) παραμένουν εγκλωβισμένες σε επίπεδα αγοραστικής δύναμης που συχνά δεν αγγίζουν ούτε το ήμισυ του ελληνικού επιπέδου, αναδεικνύοντας ένα τεράστιο χάσμα που δύσκολα θα γεφυρωθεί την επόμενη πενταετία.
Το βασικό συμπέρασμα των αναλυτών είναι ότι η Ευρώπη κινείται σε ένα μοντέλο «παράλληλης ανόδου». Αν και τα ονομαστικά εισοδήματα αυξάνονται, το γεγονός ότι αυτό συμβαίνει σχεδόν ταυτόχρονα σε όλα τα κράτη, σημαίνει ότι οι χώρες που βρίσκονται στην ουρά –όπως η Ελλάδα– δεν καταφέρνουν να κλείσουν την ψαλίδα. Σε ονομαστικούς όρους ευρώ, η διαφορά είναι ακόμα πιο χαοτική, με το Λουξεμβούργο να αναμένεται να φτάσει τα 152.417 ευρώ ανά κάτοικο, την ώρα που η Ουκρανία θα περιορίζεται στα 7.276 ευρώ.
Alfavita Newsroom