Η λατινογενής έκφραση persona grata (σε ελεύθερη απόδοση: προσφιλές πρόσωπο) αποτελεί έναν από τους θεμελιώδεις όρους του Διεθνούς Δικαίου και κατέχει κεντρική θέση στις σύγχρονες διπλωματικές σχέσεις. Με τον όρο αυτόν, καθώς και τον πληθυντικό personae gratae, χαρακτηρίζεται κάθε πρόσωπο το οποίο είναι ευμενώς αποδεκτό από την κυβέρνηση της χώρας υποδοχής στην οποία είναι διαπιστευμένο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η εφαρμογή του όρου περιορίζεται αποκλειστικά σε εκείνα τα πρόσωπα για τα οποία απαιτείται επίσημη διαπίστευση, όπως είναι οι πρέσβεις, οι πρόξενοι, οι διπλωματικοί ακόλουθοι, καθώς και οι εκπρόσωποι διεθνών οργανισμών ή άλλων δογμάτων.
Στον αντίποδα βρίσκεται ο γνωστός όρος persona non grata, ο οποίος αποδίδεται στα ελληνικά ως ανεπιθύμητο πρόσωπο και ενεργοποιείται σε περιπτώσεις διακοπής διμερών σχέσεων ή σε άρση της διαπίστευσης ενός αξιωματούχου, όταν αυτός με λόγια ή έργα προσέβαλλε τη χώρα στην οποία υπηρετούσε. Τα πρόσωπα που λαμβάνουν αυτόν τον χαρακτηρισμό υποχρεούνται είτε σε άμεση αναχώρηση από τη χώρα υποδοχής είτε τους απαγορεύεται κατηγορηματικά η είσοδος σε αυτήν, τουλάχιστον με την ιδιότητα του διαπιστευμένου εκπροσώπου.