Στα τέλη Νοεμβρίου 2026, παράλληλα με την καταβολή των κύριων συντάξεων Δεκεμβρίου, προγραμματίζεται η καταβολή του έκτακτου εφάπαξ επιδόματος των 400 ευρώ σε σχεδόν 2,2 εκατομμύρια συνταξιούχους. Η φετινή ενίσχυση εμφανίζεται αυξημένη συγκριτικά με τα 250 ευρώ που δόθηκαν την αντίστοιχη περσινή περίοδο και τα 300 ευρώ που είχαν εξαγγελθεί την άνοιξη, καθώς διαμορφώθηκε τελικά στα 400 ευρώ μετά τις πρωθυπουργικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ. Κύριο χαρακτηριστικό του μέτρου είναι η κατάργηση των εισοδηματικών κριτηρίων (όπως το ύψος της μηνιαίας σύνταξης), γεγονός που διευρύνει σημαντικά τη δεξαμενή των δικαιούχων, αν και αναλυτές συνδέουν την αυξητική αυτή τάση του ποσού με τη δημοσκοπική εικόνα του κυβερνώντος κόμματος.
Βασικό προαπαιτούμενο για τη λήψη του επιδόματος ορίζεται η συμπλήρωση του 66ου έτους της ηλικίας (γεννηθέντες έως 31/12/1960). Ωστόσο, η απόφαση αυτή προκαλεί σφοδρές αντιδράσεις από τη Συνομοσπονδία Συνταξιούχων (ΑΓΣΣΕ), καθώς από την ενίσχυση εξαιρούνται κατηγορίες συνταξιούχων που αποχώρησαν πριν το 65ο έτος έχοντας διανύσει πολυετή αμειβόμενο βίο υπό Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ), οι Ναυτικοί, καθώς και οι δικαιούχοι συντάξεων χηρείας κάτω των 60 ετών. Ο πρόεδρος της ΑΓΣΣΕ, Γιώργος Κουτσιμπογεώργος, έκανε λόγο για μια «αδικία που δύσκολα δικαιολογείται», καλώντας την κυβέρνηση να διορθώσει άμεσα τις εξαιρέσεις, ενώ επανέφερε το πάγιο αίτημα του κλάδου για την επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης.
Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, δικαιούχοι της έκτακτης ενίσχυσης καθίστανται όσοι έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος έως το τέλος του 2025 και λάμβαναν κύρια σύνταξη γήρατος τον Σεπτέμβριο του 2026, οι συνταξιούχοι λόγω θανάτου ηλικίας 60 ετών και άνω (εφόσον δεν λαμβάνουν παράλληλα σύνταξη γήρατος), καθώς και οι δικαιούχοι συντάξεων αναπηρίας του e-ΕΦΚΑ. Παράλληλα, το επίδομα θα καταβληθεί στους ανασφάλιστους υπερήλικες που λαμβάνουν την παροχή των 418 ευρώ από τον ΕΦΚΑ, καθώς και στα άτομα που εισπράττουν προνοιακά αναπηρικά επιδόματα από τον ΟΠΕΚΑ.
Η καταβολή του οικονομικού βοηθήματος πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία οι συνταξιούχοι συνεχίζουν να καταγράφουν διαρκείς απώλειες στο πραγματικό τους εισόδημα. Οι επικείμενες αυξήσεις του Ιανουαρίου εκτιμάται ότι θα κινηθούν κάτω του 3%, αποκλίνοντας από τον επίσημο πληθωρισμό (κοντά στο 4%), ενώ οι επικουρικές συντάξεις 1,4 εκατομμυρίου δικαιούχων παραμένουν «παγωμένες» τα τελευταία πέντε χρόνια. Παράλληλα, εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχοι δεν θα λάβουν καμία αναπροσαρμογή λόγω της «προσωπικής διαφοράς», παρά τις διακηρύξεις περί σταδιακής κατάργησής της.
Τέλος, η εισοδηματική επιβάρυνση των συνταξιούχων εντείνεται από τη διατήρηση της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχου (ΕΑΣ), η οποία επιβάλλεται σε κύριες συντάξεις άνω των 1.468 ευρώ και επικουρικές άνω των 300 ευρώ. Ο τρόπος υπολογισμού της ΕΑΣ επικρίνεται έντονα, καθώς φορολογεί το σύνολο του ποσού της σύνταξης και όχι το υπερβάλλον τμήμα (όπως συμβαίνει στην προοδευτική φορολογική κλίμακα), με αποτέλεσμα πολλοί συνταξιούχοι να υποφείρουν διπλή παρακράτηση. Το κρίσιμο αυτό ζήτημα αναμένεται να τεθεί στο στόχαστρο της ολoμέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 5 Νοεμβρίου.