Τι έδειξαν τα στοιχεία της έρευνας
Οι επιστήμονες εξέτασαν δεδομένα από 22 μελέτες, στις οποίες συμμετείχαν συνολικά 38.418 άτομα από 18 χώρες και περιοχές. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης καταγράφηκαν 3.001 νέα περιστατικά άνοιας.
Η συχνότητα εμφάνισης της πάθησης υπολογίστηκε σε 9,7 νέα περιστατικά ανά 1.000 ανθρωποέτη, με τους ερευνητές να λαμβάνουν υπόψη τις διαφορές στην ηλικία και το φύλο των συμμετεχόντων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, το 2023 καταγράφηκαν περίπου 11,4 εκατομμύρια νέα περιστατικά άνοιας παγκοσμίως. Ο αριθμός αυτός αναμένεται να φτάσει τα 24,7 εκατομμύρια ετησίως έως το 2050, αντιστοιχώντας σε αύξηση 116%.
Βασικός παράγοντας πίσω από αυτή την εξέλιξη θεωρείται η γήρανση του πληθυσμού, καθώς η προχωρημένη ηλικία αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση άνοιας. Ωστόσο, οι ειδικοί διευκρινίζουν ότι η αύξηση των περιστατικών δεν αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της γήρανσης. Η πρόληψη, η επιστημονική έρευνα και η καλύτερη αντιμετώπιση των παραγόντων κινδύνου μπορούν να επηρεάσουν την εξέλιξη της νόσου.
Γιατί καταγράφονται περισσότερα περιστατικά στις γυναίκες
Η μελέτη εντόπισε διαφορά στη συχνότητα εμφάνισης της άνοιας μεταξύ των δύο φύλων. Συγκεκριμένα, στις γυναίκες καταγράφηκαν 10,6 νέα περιστατικά ανά 1.000 ανθρωποέτη, ενώ στους άνδρες ο αντίστοιχος αριθμός ήταν 8,6.
Οι ερευνητές δεν κατέληξαν σε οριστικό συμπέρασμα σχετικά με τα αίτια αυτής της απόκλισης. Ένας πιθανός παράγοντας είναι το μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής των γυναικών, καθώς ο κίνδυνος άνοιας αυξάνεται με την ηλικία.
Παράλληλα, εξετάζεται το ενδεχόμενο να επηρεάζουν την εμφάνιση της νόσου ορμονικοί και άλλοι βιολογικοί παράγοντες, όπως οι μεταβολές που σχετίζονται με την εμμηνόπαυση και η έκθεση στα οιστρογόνα. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες υποθέσεις χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση προτού εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.
Μεγαλύτερη συχνότητα στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος
Διαφορές καταγράφηκαν και ανάλογα με το εισοδηματικό επίπεδο των χωρών. Στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος η συχνότητα νέων περιστατικών έφτασε τα 13,6 ανά 1.000 ανθρωποέτη, έναντι 8,3 στις χώρες υψηλού εισοδήματος.
Οι ερευνητές επισημαίνουν, ωστόσο, ότι τα αποτελέσματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία, καθώς οι χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος εκπροσωπούνταν λιγότερο στην ανάλυση. Ειδικότερα, τα δεδομένα προέρχονταν από 12 χώρες υψηλού εισοδήματος και μόλις έξι χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
Οι αποκλίσεις ενδέχεται να συνδέονται με παράγοντες που επηρεάζουν την καρδιαγγειακή και μεταβολική υγεία. Η υπέρταση, ο διαβήτης, η παχυσαρκία, το κάπνισμα, τα εγκεφαλικά επεισόδια και η αυξημένη χοληστερόλη μπορούν να επιβαρύνουν την υγεία του εγκεφάλου.
Επιπλέον, η πρόσβαση στις υπηρεσίες πρόληψης, η έγκαιρη διάγνωση και η διαθεσιμότητα κατάλληλης ιατρικής φροντίδας διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Παρ' όλα αυτά, η συγκεκριμένη μελέτη δεν αποδεικνύει ότι οι παραπάνω παράγοντες εξηγούν από μόνοι τους τις διαφορές που παρατηρήθηκαν.
Ποια μέτρα μπορούν να συμβάλουν στην πρόληψη
Παρά τις διαφορές που ενδέχεται να υπάρχουν στους παράγοντες κινδύνου μεταξύ γυναικών και ανδρών, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επαρκούν ακόμη για τη διαμόρφωση εντελώς διαφορετικών στρατηγικών πρόληψης ανά φύλο.
Αντίθετα, ιδιαίτερη σημασία έχει η υιοθέτηση συνηθειών που υποστηρίζουν τη συνολική υγεία και τη λειτουργία του εγκεφάλου. Μεταξύ των βασικών μέτρων περιλαμβάνονται:
- Η διατήρηση της αρτηριακής πίεσης και της χοληστερόλης σε υγιή επίπεδα.
- Η τακτική σωματική άσκηση.
- Η αποφυγή του καπνίσματος.
- Η ισορροπημένη διατροφή.
- Η σωστή διαχείριση του διαβήτη.
- Η προστασία της ακοής και της όρασης.
- Η διατήρηση κοινωνικών επαφών και δραστηριοτήτων.
Οι συνήθειες αυτές δεν εξαλείφουν πλήρως τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας, μπορούν όμως να συμβάλουν στη διατήρηση της υγείας του εγκεφάλου.
Η αναμενόμενη αύξηση των περιστατικών έως το 2050 καθιστά ακόμη πιο σημαντική την ενίσχυση της επιστημονικής έρευνας, την καλύτερη κατανόηση των παραγόντων κινδύνου και την ισότιμη πρόσβαση στην πρόληψη και τη φροντίδα. Η έγκαιρη αντιμετώπιση των παραγόντων που μπορούν να τροποποιηθούν αποτελεί βασικό μέρος της προσπάθειας για τον περιορισμό της επιβάρυνσης από την άνοια τις επόμενες δεκαετίες.