Είναι το χειρόγραφο του οποίου το αρχικό κείμενο ξύστηκε, ώστε να γραφτεί πάνω του ένα καινούργιο.
Το Λεξικό της κοινής νεοελληνικής ανάγει τη λέξη στο ελληνιστικό παλίμψηστος· τα συνθετικά της είναι το πάλιν («ξανά») και το ψάω («ξύνω»).
Παράδειγμα μεταφορικής χρήσης: «Η παλιά γειτονιά είναι ένα παλίμψηστο: πίσω από τις καινούργιες προσόψεις διακρίνονται ακόμη τα ίχνη άλλων εποχών».