Λόγια λέξη που σημαίνει ψυχική νωθρότητα, έλλειψη πνευματικής εγρήγορσης, ολιγωρία. Έφτασε στη νέα ελληνική από την αρχαία ἀκηδία.
Σχηματίζεται από το στερητικό ἀ- και το κῆδος, δηλαδή «φροντίδα, μέριμνα»: στον ετυμολογικό της πυρήνα βρίσκεται η απουσία φροντίδας ή ενδιαφέροντος.
Παράδειγμα: «Είχε βυθιστεί στην ακηδία, ώσπου μια πρόσκληση από παλιούς φίλους τού ξανάδωσε διάθεση να βγει από το σπίτι».