Πόσες φορές το παιδί θέλει να μας διηγηθεί κάτι λίγο πριν κοιμηθεί, να μας ρωτήσει για έναν φίλο του ή να εξηγήσει πώς φαντάζεται το τέλος ενός παραμυθιού, ενώ εμείς προσπαθούμε να ολοκληρώσουμε τις τελευταίες δουλειές της ημέρας; Αυτές οι μικρές, καθημερινές στιγμές επικοινωνίας μπορεί να κρύβουν περισσότερα οφέλη απ’ όσα φανταζόμαστε.
Ερευνητικές ομάδες από το MIT και το Harvard έχουν μελετήσει τη σχέση ανάμεσα στην επικοινωνία παιδιών και ενηλίκων και στην ανάπτυξη της γλώσσας και της σκέψης. Τα ευρήματα στρέφουν την προσοχή όχι μόνο στις λέξεις που ακούει ένα παιδί, αλλά και στο κατά πόσο συμμετέχει ενεργά στη συζήτηση.
Το ζητούμενο δεν είναι να μετατρέψουμε τον χρόνο με το παιδί σε μάθημα ούτε να αναζητούμε διαρκώς την «κατάλληλη» ερώτηση. Είναι να δημιουργούμε ευκαιρίες για αληθινή επικοινωνία, μέσα στην οποία το παιδί αισθάνεται ότι το ακούμε, ότι η γνώμη του έχει σημασία και ότι μπορεί να αναπτύξει ελεύθερα τη σκέψη του.
Τι έδειξαν οι έρευνες για τη γλώσσα και τον εγκέφαλο των παιδιών
Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2018 στο επιστημονικό περιοδικό Psychological Science, ερευνητές εξέτασαν 36 παιδιά ηλικίας 4 έως 6 ετών. Μέσα από ηχογραφήσεις στο σπίτι και απεικονιστικές εξετάσεις του εγκεφάλου, διερεύνησαν πώς συνδέεται το γλωσσικό περιβάλλον με τις γλωσσικές δεξιότητες των παιδιών.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά που συμμετείχαν συχνότερα σε εναλλαγές διαλόγου με ενήλικες —όταν, δηλαδή, το παιδί μιλά, ο ενήλικας απαντά και το παιδί συνεχίζει— είχαν καλύτερες επιδόσεις σε δοκιμασίες γλώσσας. Παράλληλα, καταγράφηκε μεγαλύτερη δραστηριότητα σε εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με την επεξεργασία και την παραγωγή του λόγου.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η σχέση αυτή ήταν ισχυρότερη από εκείνη που παρατηρήθηκε ανάμεσα στις γλωσσικές δεξιότητες και στον συνολικό αριθμό των λέξεων που άκουγαν τα παιδιά. Με άλλα λόγια, σημασία δεν έχει μόνο πόσο μιλάμε στα παιδιά, αλλά και αν τους δίνουμε την ευκαιρία να συμμετέχουν ενεργά.
Μια δεύτερη μελέτη, που δημοσιεύθηκε το 2021 στο Developmental Cognitive Neuroscience, εξέτασε οικογένειες 52 παιδιών ηλικίας 4 έως 6 ετών, στο πλαίσιο ενός προγράμματος παρέμβασης διάρκειας εννέα εβδομάδων. Η παρέμβαση περιλάμβανε πρακτικές υποστήριξης των οικογενειών, μεταξύ των οποίων και την ενίσχυση της επικοινωνίας.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η αύξηση των εναλλαγών στον διάλογο συνδέθηκε με βελτιώσεις στις γλωσσικές δεξιότητες και στις εκτελεστικές λειτουργίες, δηλαδή σε ικανότητες όπως η μνήμη εργασίας, η προσοχή και ο αυτοέλεγχος. Παρατηρήθηκαν, επίσης, συσχετίσεις με αλλαγές σε περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού που συμμετέχουν στη γλωσσική και κοινωνική επεξεργασία.
Τα ευρήματα είναι ενθαρρυντικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μια συγκεκριμένη συζήτηση ή μια καθημερινή συνήθεια εγγυάται από μόνη της καλύτερη ανάπτυξη. Αναδεικνύουν, ωστόσο, τη σημασία ενός περιβάλλοντος όπου το παιδί έχει ευκαιρίες να μιλά, να ακούει και να ανταλλάσσει σκέψεις με τους ανθρώπους γύρω του.
Πώς γίνεται ο διάλογος μέρος της καθημερινότητας
Δεν χρειάζονται ειδικές δραστηριότητες, εκπαιδευτικά παιχνίδια ή πολύς ελεύθερος χρόνος. Συχνά, αρκεί να αξιοποιήσουμε όσα ήδη συμβαίνουν μέσα στην ημέρα.
Αν το παιδί μάς πει «σήμερα φτιάξαμε έναν μεγάλο πύργο στο σχολείο», αντί να απαντήσουμε απλώς «μπράβο», μπορούμε να δείξουμε ενδιαφέρον: «Πώς τον φτιάξατε;» ή «Τι κάνατε για να μη σας πέσει;». Αφού ακούσουμε την απάντησή του, συνεχίζουμε φυσικά την κουβέντα, χωρίς να το βομβαρδίζουμε με ερωτήσεις.
Μπορούμε ακόμη να μοιραστούμε δικές μας εμπειρίες, να ζητήσουμε τη γνώμη του ή να συζητήσουμε μαζί του μια απορία. Έτσι, ο διάλογος δεν γίνεται ανάκριση ούτε μονόλογος του ενήλικα, αλλά μια ανταλλαγή στην οποία συμμετέχουν και οι δύο πλευρές.
Η ώρα πριν από τον ύπνο μπορεί να γίνει ευκαιρία για επικοινωνία
Για πολλά παιδιά, οι τελευταίες στιγμές της ημέρας είναι η ώρα που θυμούνται όσα συνέβησαν στο σχολείο ή θέλουν να μοιραστούν μια σκέψη που τα απασχολεί. Καθώς ετοιμάζονται για ύπνο ή μετά την ανάγνωση ενός παραμυθιού, μια ήρεμη συζήτηση μπορεί να τους δώσει χώρο να εκφραστούν.
Δεν χρειάζεται, όμως, να επιμένουμε όταν το παιδί νυστάζει ή δεν έχει διάθεση να μιλήσει. Η επικοινωνία μπορεί να βρει τη θέση της σε άλλες στιγμές: στη διαδρομή προς το σχολείο, στο οικογενειακό τραπέζι, στη βόλτα ή κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.
Το σημαντικό είναι να υπάρχει διαθεσιμότητα για ακρόαση, χωρίς κινητά και άλλους περισπασμούς, όταν αυτό είναι εφικτό.
Έξι απλοί τρόποι για να ανοίξουμε μια ουσιαστική συζήτηση
- Ρωτάμε για κάτι που του άρεσε. «Ποια ήταν η πιο ωραία στιγμή της ημέρας σου;»
- Δίνουμε χώρο στη φαντασία του. «Αν μπορούσες να αλλάξεις το τέλος του παραμυθιού, τι θα έκανες διαφορετικά;»
- Ζητάμε τη γνώμη του. «Ποιο παιχνίδι θα ήθελες να παίξουμε αύριο και γιατί;»
- Μιλάμε και για τη δική μας ημέρα. Μοιραζόμαστε μια μικρή εμπειρία και του δίνουμε την ευκαιρία να κάνει το ίδιο.
- Ακολουθούμε τις απορίες του. Αν ρωτήσει κάτι, ακούμε πρώτα τι πιστεύει το ίδιο και έπειτα συζητάμε την απάντηση.
- Δείχνουμε ενδιαφέρον για τις φιλίες του. «Τι σου άρεσε περισσότερο από το παιχνίδι με τους φίλους σου σήμερα;»
Δεν υπάρχει μία σωστή ερώτηση για κάθε περίσταση. Ακόμη και μια απλή φράση, όπως «και μετά τι έγινε;», μπορεί να βοηθήσει το παιδί να συνεχίσει την αφήγησή του και να οργανώσει καλύτερα τις σκέψεις του.
Το πιο σημαντικό: ακούμε χωρίς να βιαζόμαστε
Κάθε παιδί έχει τον δικό του ρυθμό. Κάποια παιδιά εκφράζονται με ευκολία, ενώ άλλα χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να βρουν τις λέξεις τους. Γι’ αυτό, είναι σημαντικό να μην ολοκληρώνουμε τις προτάσεις τους, να μην τα διακόπτουμε και να αποφεύγουμε τις συνεχόμενες ερωτήσεις.
Αν ένα παιδί χρησιμοποιήσει μια λέξη λανθασμένα, μπορούμε να επαναλάβουμε τη φράση του με τη σωστή διατύπωση, χωρίς να το κάνουμε να αισθανθεί ότι εξετάζεται. Αν πάλι επιλέξει να μιλήσει για το αγαπημένο του παιχνίδι ή να επινοήσει μια φανταστική ιστορία, μπορούμε να ακολουθήσουμε το ενδιαφέρον του.
Οι έρευνες των τελευταίων ετών υπενθυμίζουν ότι η ανάπτυξη της γλώσσας και της σκέψης δεν αφορά μόνο οργανωμένες δραστηριότητες και εκπαιδευτικά ερεθίσματα. Συνδέεται και με τις απλές στιγμές της καθημερινότητας, όταν ο ενήλικας ακούει, απαντά και αφήνει το παιδί να πάρει ξανά τον λόγο.
Δεν χρειάζεται να έχουμε πάντα τις σωστές απαντήσεις. Αρκεί να είμαστε διαθέσιμοι για την επόμενη ερώτηση του παιδιού μας.