Νέα δεδομένα στη διαχείριση της εργασιακής τους σχέσης καλούνται να αντιμετωπίσουν συμβασιούχοι των δήμων που βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση ή έχουν ήδη συνταξιοδοτηθεί, εφόσον υπάγονται σε διαδικασία εργασιακής τακτοποίησης.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο αν ένας εργαζόμενος έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα, αλλά και πότε παύει η υφιστάμενη εργασιακή σχέση, υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να επιστρέψει στην εργασία και ποιες ασφαλιστικές υποχρεώσεις δημιουργούνται.
Το νομοθετικό πλαίσιο διαχωρίζει τις περιπτώσεις εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου από εκείνες των μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων, ενώ προβλέπει συγκεκριμένες διαδικασίες για όσους επιθυμούν να συνεχίσουν να εργάζονται μετά τη συνταξιοδότησή τους.
Πότε αποχωρεί από τον δήμο εργαζόμενος που βγαίνει στη σύνταξη
Για το προσωπικό που απασχολείται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), η υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης δεν προϋποθέτει την προηγούμενη αποχώρηση από την υπηρεσία.
Αυτό σημαίνει ότι ο ασφαλισμένος μπορεί να παραμείνει στην εργασία του όσο εκκρεμεί η έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης.
Η κατάσταση αλλάζει όταν εκδοθεί η σχετική πράξη. Τότε η εργασιακή σχέση τερματίζεται αυτοδικαίως από την πρώτη ημέρα του μήνα που ακολουθεί την έκδοση της απόφασης.
Συνεπώς, η ημερομηνία έκδοσης της συνταξιοδοτικής πράξης αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για τη λήξη της απασχόλησης.
Τα όρια των 62 και 67 ετών
Πέρα από την έκδοση της συνταξιοδοτικής απόφασης, οι εργαζόμενοι πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και τα ηλικιακά όρια που προβλέπονται για την αποχώρηση από την υπηρεσία.
Σύμφωνα με το σχετικό πλαίσιο, η αυτοδίκαιη αποχώρηση προβλέπεται στο 62ο έτος της ηλικίας, ενώ υπάρχει δυνατότητα παράτασης της παραμονής έως το 67ο έτος για όσους δεν έχουν συμπληρώσει 40 χρόνια υπηρεσίας στο Δημόσιο.
Επομένως, ακόμη και όταν η διαδικασία συνταξιοδότησης δεν έχει ολοκληρωθεί, η συμπλήρωση του προβλεπόμενου ηλικιακού ορίου μπορεί να οδηγήσει σε λύση της εργασιακής σχέσης.
Εργασία μετά τη σύνταξη: Πότε επιτρέπεται η επιστροφή στον δήμο
Η συνταξιοδότηση δεν αποκλείει την ανάληψη νέας εργασίας από τον ασφαλισμένο.
Ωστόσο, η απασχόληση μετά τη συνταξιοδότηση δεν μπορεί να θεωρείται αυτόματη συνέχιση της προηγούμενης εργασιακής σχέσης.
Για να επιστρέψει ένας συνταξιούχος στην εργασία, απαιτείται νέα νόμιμη σχέση απασχόλησης.
Αυτό μπορεί να αφορά και περιπτώσεις ένταξης σε θέσεις προσωπικού ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στους ΟΤΑ, στο πλαίσιο διαδικασιών εργασιακής τακτοποίησης, εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.
Η νέα απασχόληση συνοδεύεται από συγκεκριμένες ασφαλιστικές υποχρεώσεις, με βασικότερη τη δήλωσή της στον e-ΕΦΚΑ.
Μειώνεται η σύνταξη όταν ο συνταξιούχος εργάζεται;
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στο καθεστώς των εργαζόμενων συνταξιούχων αφορά την κατάργηση των παλαιότερων περικοπών στη σύνταξη λόγω απασχόλησης.
Πλέον, η ανάληψη εργασίας που υπάγεται στην ασφάλιση του e-ΕΦΚΑ δεν επιφέρει, κατά κανόνα, μείωση της σύνταξης γήρατος ή αναπηρίας.
Αυτό σημαίνει ότι ένας συνταξιούχος μπορεί να λαμβάνει τη σύνταξή του και παράλληλα να αποκτά εισόδημα από εργασία, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι ισχύοντες ασφαλιστικοί κανόνες.
Η εργασιακή τακτοποίηση, πάντως, δεν δημιουργεί νέα συνταξιοδοτικά δικαιώματα ούτε τροποποιεί τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί κάποιος για να συνταξιοδοτηθεί.
Γιατί έχει σημασία αν ο εργαζόμενος είναι ΙΔΑΧ ή μόνιμος υπάλληλος
Στους δήμους και στους υπόλοιπους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης απασχολούνται εργαζόμενοι με διαφορετικά εργασιακά καθεστώτα.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία κατά τη συνταξιοδότηση.
Για τους εργαζομένους ιδιωτικού δικαίου ισχύουν οι ειδικές προβλέψεις που επιτρέπουν τη συνέχιση της απασχόλησης κατά το διάστημα εξέτασης της αίτησης συνταξιοδότησης.
Αντίθετα, για τους μόνιμους υπαλλήλους με σχέση δημοσίου δικαίου απαιτείται η προηγούμενη λύση της υπαλληλικής σχέσης προκειμένου να καταβληθεί η σύνταξη.
Έτσι, δεν είναι δυνατή η παραμονή ενός μόνιμου υπαλλήλου στην ίδια θέση με ταυτόχρονη καταβολή σύνταξης, χωρίς να έχει προηγηθεί η προβλεπόμενη αποχώρηση από την υπηρεσία.
Πρόστιμο έως 12 συντάξεις για αδήλωτη εργασία
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται από τους συνταξιούχους που αναλαμβάνουν νέα απασχόληση, καθώς η δήλωση της εργασίας στον e-ΕΦΚΑ είναι υποχρεωτική.
Η σχετική διαδικασία πρέπει να ολοκληρώνεται πριν από την έναρξη της νέας εργασίας.
Η παράλειψη δήλωσης μπορεί να επιφέρει χρηματική κύρωση που αντιστοιχεί έως και σε 12 μηνιαίες συντάξεις, ενώ είναι δυνατόν να προκύψουν και απαιτήσεις επιστροφής ποσών που έχουν καταβληθεί χωρίς να οφείλονται.
Παράλληλα, για τη νέα απασχόληση εξακολουθούν να καταβάλλονται οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές.
Για ορισμένες κατηγορίες εργαζόμενων συνταξιούχων προβλέπεται επιπλέον ειδικός πόρος υπέρ του ασφαλιστικού συστήματος, ο οποίος μπορεί να ανέρχεται σε 10%.
Μπορεί η νέα εργασία να αυξήσει τη σύνταξη;
Ο ασφαλιστικός χρόνος που συγκεντρώνει ένας συνταξιούχος κατά τη διάρκεια της νέας απασχόλησής του δεν χάνεται.
Μετά την οριστική διακοπή της εργασίας, υπάρχει δυνατότητα να ζητηθεί η αξιοποίησή του για την προσαύξηση της ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης.
Η διαδικασία προϋποθέτει σχετική αίτηση και πραγματοποιείται σύμφωνα με τους κανόνες του ασφαλιστικού φορέα.
Τι ισχύει για τις συντάξεις χηρείας και τις ειδικές περιπτώσεις
Δεν εφαρμόζονται σε όλες τις κατηγορίες συνταξιούχων οι ίδιοι κανόνες.
Ειδικό καθεστώς προβλέπεται για τους δικαιούχους σύνταξης λόγω θανάτου, καθώς η εργασία ή η λήψη άλλης σύνταξης μπορεί να επηρεάσει το καταβαλλόμενο ποσό μετά την ολοκλήρωση της πρώτης τριετίας.
Διαφορετικές ρυθμίσεις ισχύουν επίσης για την αγροτική απασχόληση και άλλες ειδικές κατηγορίες ασφαλισμένων.
Για τους συμβασιούχους των δήμων που εντάσσονται σε διαδικασίες εργασιακής τακτοποίησης, καθοριστικά στοιχεία παραμένουν το είδος της εργασιακής σχέσης, η ημερομηνία έκδοσης της συνταξιοδοτικής απόφασης και η τήρηση των υποχρεώσεων απέναντι στον e-ΕΦΚΑ.