Στην πολιτική σκηνή, επανέρχεται σε κάθε περίπτωση υποβολής προτάσεων και διεκδικήσεων, η αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο φαινομενικά αντίθετους πόλους: την ουτοπία, ως ορίζοντα μιας διαφορετικής κοινωνικής οργάνωσης, και τον ρεαλισμό, ως αναγνώριση των υφιστάμενων περιορισμών. Όμως η ένταση ανάμεσά τους, δεν αποτελεί αναγκαστικά αδιέξοδο. Αντίθετα, μπορεί να συγκροτήσει το πεδίο μιας πολιτικής των δυνατοτήτων, η οποία ούτε εγκλωβίζεται στην αφηρημένη προσδοκία ενός ιδανικού μέλλοντος, ούτε αποδέχεται την υπάρχουσα πραγματικότητα ως το μοναδικό εφικτό κοινωνικό καθεστώς
Στο πλαίσιο αυτό, το ερώτημα δεν είναι “πώς θα διαχειριστούμε το παρόν”, “αλλά “ποιές δυνατότητες μιας διαφορετικής κοινωνίας υπάρχουν μέσα στην παρούσα πραγματικότητα”.
Η ουτοπική σκέψη δεν χρειάζεται να νοηθεί ως φαντασίωση μιας τέλειας κοινωνίας, αποκομμένης από τις ιστορικές συνθήκες. Μπορεί να λειτουργήσει ως κριτική δύναμη που αναδεικνύει όσα δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί, αλλά παραμένουν δυνητικά εφικτά. Στο παρόν ενυπάρχουν δυνατότητες που δεν έχουν ενεργοποιηθεί, ανάγκες που δεν έχουν ικανοποιηθεί και μορφές συλλογικής ζωής που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει θεσμική έκφραση. Η ουτοπία, υπό αυτή την έννοια, δεν περιγράφει απλώς έναν μακρινό προορισμό· διευρύνει το πεδίο του πολιτικά νοητού και αμφισβητεί την ταύτιση του πραγματικού με το αναπόφευκτο.
Από την άλλη πλευρά, ο πολιτικός ρεαλισμός υπενθυμίζει ότι οι δυνατότητες δεν πραγματώνονται αυτόματα. Διαμορφώνονται μέσα σε συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας, οικονομικούς συσχετισμούς, θεσμικές δομές και κοινωνικές συγκρούσεις. Η αναγνώριση αυτών των όρων είναι απαραίτητη, όχι για να περιοριστεί η πολιτική στην προσαρμογή, αλλά για να αποκτήσει η αλλαγή υλική υπόσταση. Μια επιθυμητή κοινωνική προοπτική χρειάζεται να μεταφραστεί σε στρατηγική, συλλογική οργάνωση, θεσμικές παρεμβάσεις και συγκεκριμένες πρακτικές.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η πολιτική των δυνατοτήτων. Πρόκειται για μια προσέγγιση που αναζητά, μέσα στις αντιφάσεις του παρόντος, τα σημεία από τα οποία μπορεί να αρχίσει η μεταβολή του. Δεν θεωρεί την κοινωνία ούτε ένα κλειστό σύστημα που αποκλείει εναλλακτικές ούτε ένα απεριόριστα εύπλαστο πεδίο όπου αρκεί η βούληση για να επιβληθεί η αλλαγή. Αντιλαμβάνεται την κοινωνική πραγματικότητα ως πεδίο σύγκρουσης μεταξύ διαφορετικών συμφερόντων, αναγκών και σχεδίων ζωής. Η πολιτική πράξη συνίσταται, επομένως, στην αναγνώριση των υπαρκτών περιθωρίων παρέμβασης και στη διεύρυνσή τους μέσω της συλλογικής δράσης.
Η πόλη προσφέρει ένα ιδιαίτερα πρόσφορο πεδίο για αυτή τη διεύρυνση. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, η αντίθεση ανάμεσα στην εμπορευματοποίηση του χώρου και στο δικαίωμα στην κατοικία γίνεται ορατή στην καθημερινότητα: αυξανόμενο κόστος στέγασης, τουριστική αξιοποίηση ακινήτων, περιορισμός της πρόσβασης σε προσιτές κατοικίες και άνιση κατανομή των δημόσιων υποδομών. Ωστόσο, η πόλη δεν εξαντλείται σε αυτές τις αντιφάσεις. Οι δημόσιοι χώροι, οι συλλογικές πρωτοβουλίες γειτονιάς, οι κοινωνικές δομές αλληλεγγύης και τα αιτήματα για περισσότερο πράσινο, προσβάσιμες μετακινήσεις και κοινωνική κατοικία συγκροτούν εστίες εναλλακτικής δυνατότητας.
Η στρατηγική της δημοτικής αρχής της Αθήνας, ακολουθεί την αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων που υπάρχουν για μια διαφορετική πραγματικότητα μέσα στο παρόν που δεν έχει υλοποιηθεί. Σε αυτό που “δεν έχει γίνει ακόμα” (Μπλοχ), ακόμα και στο “παρελθόν που δεν έχει τελειώσει, αλλά είναι σε εκκρεμότητα στο παρόν” (Μπένγιαμιν”
Η σημασία των δημοτικών παρεμβάσεων, δεν βρίσκεται στο ότι συνιστούν ήδη μια ολοκληρωμένη εναλλακτική αστική πραγματικότητα. Βρίσκεται στο ότι μπορούν να αποτελέσουν αφετηρίες για τη διαμόρφωση διαφορετικών προτεραιοτήτων και σχέσεων. Η διεκδίκηση ενός πάρκου, η προστασία ενός δημόσιου χώρου, η αναβάθμιση των σχολείων, η ανάπλαση μιας υποβαθμισμένης περιοχής κ.α., δεν είναι απλώς επιμέρους παρεμβάσεις. Μπορούν να λειτουργήσουν ως στιγμές ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδίου για την Αθήνα, εφόσον συνδέονται με θεσμικές αλλαγές, κοινωνική συμμετοχή και αναδιανομή των διαθέσιμων πόρων. Συνδέουν το όραμα με την πράξη..
Η πρόκληση είναι, συνεπώς, να αποφευχθούν τόσο η ουτοπία χωρίς στρατηγική όσο και ο ρεαλισμός χωρίς ορίζοντα. Η πρώτη κινδυνεύει να παραμείνει ηθική επιθυμία· η δεύτερη να μετατραπεί σε διαχείριση του αναπόφευκτου. Ανάμεσά τους διαμορφώνεται ένας χώρος πολιτικής δημιουργίας, όπου το εφικτό δεν αντιμετωπίζεται ως σταθερό όριο, αλλά ως πεδίο που μπορεί να διευρυνθεί.
Η πολιτική των δυνατοτήτων αρχίζει, τελικά, όταν το ερώτημα παύει να είναι μόνο τι είναι σήμερα εφικτό και γίνεται επίσης τι μπορεί να καταστεί εφικτό μέσα από τη συλλογική δράση. Η ουτοπία προσφέρει τον ορίζοντα, ο ρεαλισμός τη γνώση των συνθηκών και η πολιτική των δυνατοτήτων τη διαμεσολάβηση ανάμεσα στα δύο. Έτσι, το μέλλον δεν προσεγγίζεται ούτε ως εγγυημένη υπόσχεση ούτε ως αδύνατο όνειρο, αλλά ως ανοιχτό πεδίο διεκδίκησης και μετασχηματισμού του παρόντος. Ως δυναμική της ελπίδας.