Το 1971, ο Βρετανός ερευνητής Μάγιερ Χίλμαν ρώτησε γονείς παιδιών ηλικίας 7 και 8 ετών αν τα παιδιά τους πήγαιναν μόνα τους στο σχολείο. Η απάντηση ήταν εντυπωσιακή: οκτώ στα δέκα παιδιά μετακινούνταν χωρίς τη συνοδεία ενηλίκου. Όταν επανέλαβε την ίδια έρευνα το 1990, το ποσοστό είχε πέσει κάτω από ένα στα δέκα. Μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, μια συνηθισμένη καθημερινή δραστηριότητα είχε μετατραπεί σε ευθύνη που αναλάμβαναν πλέον κυρίως οι γονείς.
Παρόμοια εικόνα καταγράφηκε και στις ΗΠΑ. Το 1969, σχεδόν τα μισά παιδιά πήγαιναν στο σχολείο με τα πόδια ή με ποδήλατο. Μέχρι το 2009, το ποσοστό είχε υποχωρήσει περίπου στο ένα όγδοο. Η αλλαγή αυτή δεν αφορά μόνο τον τρόπο μετακίνησης των παιδιών, αλλά και τον βαθμό ελευθερίας που έχουν στην καθημερινότητά τους.
Μια ομάδα ψυχολόγων υποστηρίζει ότι ο περιορισμός της ανεξάρτητης δραστηριότητας ενδέχεται να αποτελεί έναν από τους παράγοντες που συνδέονται με την αύξηση του άγχους στις νεότερες γενιές. Σε αντίθεση με τα παιδιά που μεγάλωσαν τις δεκαετίες του 1960 και του 1970, τα σημερινά παιδιά έχουν συχνά λιγότερες ευκαιρίες να εξερευνήσουν μόνα το περιβάλλον τους, να πάρουν πρωτοβουλίες και να επιλύσουν προβλήματα χωρίς την παρέμβαση ενηλίκων.
Λιγότερη ελευθερία, λιγότερος χρόνος για παιχνίδι
Το ζήτημα εξετάστηκε σε επιστημονική μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2023 στο περιοδικό The Journal of Pediatrics, με τη συμμετοχή των ψυχολόγων Πίτερ Γκρέι, Ντέιβιντ Λάνσι και Ντέιβιντ Μπιορκλουντ. Οι ερευνητές συγκέντρωσαν δεδομένα από προηγούμενες δεκαετίες, εξετάζοντας πώς έχουν αλλάξει οι ευκαιρίες των παιδιών για ελεύθερο παιχνίδι, εξερεύνηση και ανεξάρτητη λήψη αποφάσεων.
Τα ευρήματα δείχνουν ότι η καθημερινότητα των παιδιών έχει γίνει περισσότερο οργανωμένη και ελεγχόμενη. Ο χρόνος στο σχολείο και οι σχολικές εργασίες έχουν αυξηθεί, ενώ τα διαλείμματα και οι ώρες για ελεύθερο παιχνίδι έχουν περιοριστεί. Ενδεικτικά, από το 1950 έως το 2010, η μέση σχολική χρονιά στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά πέντε εβδομάδες. Παράλληλα, μεταξύ 1981 και 2003, ο χρόνος που αφιέρωναν τα παιδιά ηλικίας 6 έως 8 ετών στο σχολείο και στις εργασίες στο σπίτι αυξήθηκε κατά 11,4 ώρες την εβδομάδα.
Το ελεύθερο παιχνίδι, ωστόσο, δεν αποτελεί απλώς έναν τρόπο διασκέδασης. Μέσα από αυτό, τα παιδιά μαθαίνουν να συνεργάζονται, να διαχειρίζονται διαφωνίες, να παίρνουν αποφάσεις και να αντιμετωπίζουν μικρές απογοητεύσεις. Όπως επισημαίνει ο Μπιορκλουντ, το παιχνίδι αποτελεί, μεταξύ άλλων, άμεση πηγή χαράς για τα παιδιά.
Η αύξηση του άγχους και η αίσθηση ελέγχου
Την ίδια περίοδο κατά την οποία περιορίστηκε η ανεξαρτησία των παιδιών, οι έρευνες κατέγραψαν αύξηση των δεικτών άγχους. Σύμφωνα με στοιχεία που παρατίθενται στη μελέτη, οι μέσες βαθμολογίες σε κλίμακα μέτρησης του άγχους των παιδιών αυξήθηκαν σημαντικά από το 1956 έως τα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Παράλληλα, οι ερευνητές αναφέρουν ότι μειώθηκε η αίσθηση προσωπικού ελέγχου στους νέους. Πρόκειται για την πεποίθηση ότι οι επιλογές και οι πράξεις μας μπορούν να επηρεάσουν όσα συμβαίνουν στη ζωή μας, αντί να θεωρούμε ότι όλα εξαρτώνται από την τύχη ή εξωτερικούς παράγοντες.
Η δυνατότητα να αποφασίζουν μόνα τους για μικρά καθημερινά ζητήματα μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά να αναπτύξουν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση. Όταν, για παράδειγμα, οργανώνουν ένα παιχνίδι με φίλους, βρίσκουν λύση σε μια διαφωνία ή αναλαμβάνουν μια απλή ευθύνη, αποκτούν σταδιακά την αίσθηση ότι μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της καθημερινότητας.
Πώς αναπτύσσεται η ψυχική ανθεκτικότητα
Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι κάποιος δεν φοβάται ή δεν δυσκολεύεται. Σημαίνει ότι μπορεί να διαχειρίζεται τις δυσκολίες, να προσαρμόζεται στις αλλαγές και να προσπαθεί ξανά όταν κάτι δεν πηγαίνει όπως το περίμενε.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η ανεξάρτητη δραστηριότητα και το παιχνίδι που περιλαμβάνει ένα ελεγχόμενο επίπεδο ρίσκου μπορούν να προσφέρουν στα παιδιά πολύτιμες εμπειρίες. Μέσα από αυτές, έχουν την ευκαιρία να αντιμετωπίσουν μικρούς φόβους, να δοκιμάσουν τις δυνατότητές τους και να μάθουν από τα λάθη τους, χωρίς να χρειάζεται κάθε δυσκολία να επιλύεται από έναν ενήλικα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η επίβλεψη των γονέων είναι περιττή ή ότι κάθε κίνδυνος πρέπει να γίνεται αποδεκτός. Αντίθετα, το ζητούμενο είναι να δίνεται στα παιδιά η κατάλληλη ελευθερία, ανάλογα με την ηλικία και τις δυνατότητές τους, ώστε να αναπτύσσουν σταδιακά αυτονομία και υπευθυνότητα.
Είναι η έλλειψη ανεξαρτησίας η μοναδική αιτία;
Οι ίδιοι οι επιστήμονες αναγνωρίζουν ότι τα στοιχεία δεν αποδεικνύουν από μόνα τους πως ο περιορισμός της παιδικής ανεξαρτησίας προκαλεί την αύξηση του άγχους. Οι δύο τάσεις μπορεί να συνδέονται, αλλά η σχέση τους είναι σύνθετη: ένα παιδί που αντιμετωπίζει ήδη άγχος μπορεί να περιορίζεται περισσότερο από τους γονείς του, ενώ η μειωμένη ελευθερία ενδέχεται με τη σειρά της να περιορίζει τις ευκαιρίες του να εξασκηθεί στη διαχείριση δυσκολιών.
Επιπλέον, η σχολική πίεση, οι κοινωνικές προσδοκίες και άλλοι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν την ψυχική υγεία των παιδιών. Επομένως, δεν υπάρχει μία και μοναδική εξήγηση για τις διαφορές ανάμεσα στις γενιές.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι όσοι μεγάλωσαν τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 δεν ήταν απαραίτητα από τη φύση τους πιο ανθεκτικοί. Συχνά, όμως, είχαν περισσότερες ευκαιρίες να αναπτύξουν αυτονομία μέσα από την καθημερινή ζωή, το παιχνίδι και τις μικρές ευθύνες. Και αυτές οι εμπειρίες ενδέχεται να έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο έμαθαν να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες.