Ποιοι ήταν οι 5 δείκτες υγείας
Στη μελέτη συμμετείχαν 2.690 άνδρες από τη Φινλανδία, οι οποίοι ήταν αρχικά υγιείς και είχαν γεννηθεί μεταξύ 1919 και 1934. Η πρώτη αξιολόγηση πραγματοποιήθηκε όταν η μέση ηλικία τους ήταν τα 42 χρόνια.
Οι ερευνητές εξέτασαν πέντε παράγοντες που σχετίζονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο:
να μην καπνίζουν,
να διατηρούν υγιές σωματικό βάρος,
να έχουν αρτηριακή πίεση κάτω από 140,
να έχουν χοληστερόλη κάτω από το προκαθορισμένο όριο και
να έχουν υγιή επίπεδα σακχάρου στο αίμα.
Με βάση τον αριθμό των παραπάνω κριτηρίων που πληρούσε κάθε συμμετέχων, οι άνδρες χωρίστηκαν σε διαφορετικές ομάδες.
Μόλις 59 άτομα δεν παρουσίαζαν κανέναν από τους πέντε ευνοϊκούς δείκτες, ενώ 105 πληρούσαν και τα πέντε κριτήρια.
Η πιθανότητα να φτάσουν τα 90 αυξανόταν με κάθε θετικό δείκτη
Η διαφορά που καταγράφηκε στην πορεία των συμμετεχόντων ήταν σημαντική.
Στην ομάδα των ανδρών που δεν είχε κανέναν ευνοϊκό δείκτη υγείας στη μέση ηλικία, μόλις το 6,8% έφτασε τα 90 χρόνια. Στον αντίποδα, μεταξύ εκείνων που πληρούσαν και τα πέντε κριτήρια, το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε το 41,9%.
Η πιθανότητα μακροζωίας δεν παρουσίαζε απλώς διαφορά μεταξύ των δύο άκρων. Αυξανόταν σταδιακά όσο αυξανόταν και ο αριθμός των ευνοϊκών δεικτών υγείας.
Η εξαιρετικά μακρά διάρκεια της μελέτης επέτρεψε στους ερευνητές να παρακολουθήσουν την πορεία των συμμετεχόντων για πολλές δεκαετίες. Μέχρι τον Ιανουάριο του 2025 είχαν καταγραφεί 2.524 θάνατοι, δηλαδή περίπου το 94% του αρχικού δείγματος.
Επιπλέον, στους θανάτους που είχαν καταγραφεί έως το 2007, τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούσαν το 45% των θανάτων στην ομάδα χωρίς κανέναν ευνοϊκό δείκτη, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 24% μεταξύ όσων είχαν και τους πέντε.
Μικρότερη ευθραυστότητα σε μεγαλύτερη ηλικία
Η διαφορά δεν αφορούσε μόνο το πόσα χρόνια έζησαν οι συμμετέχοντες, αλλά και την κατάσταση στην οποία βρίσκονταν σε μεγαλύτερη ηλικία.
Το 2007, οι επιζώντες είχαν κατά μέσο όρο ηλικία 79 ετών. Συνολικά 907 από αυτούς συμμετείχαν σε αξιολογήσεις που αφορούσαν την ευθραυστότητα, την ευτυχία και την ποιότητα ζωής.
Ευθραυστότητα καταγράφηκε στο 24,5% των ανδρών που δεν είχαν κανέναν ευνοϊκό δείκτη υγείας στη μέση ηλικία. Στην ομάδα που είχε και τους πέντε δείκτες, το ποσοστό ήταν μόλις 2,2%.
Οι άνδρες που είχαν το καλύτερο καρδιαγγειακό προφίλ στα 40 τους είχαν επίσης σχεδόν πενταπλάσια πιθανότητα να είναι ζωντανοί και χωρίς ευθραυστότητα στα 79 τους, σε σύγκριση με όσους είχαν μηδέν ή έναν ευνοϊκό δείκτη.
Καλύτερη εικόνα και στην ευεξία
Οι διαφορές επεκτείνονταν και στην υποκειμενική ευεξία.
Στην ομάδα με τους πέντε ευνοϊκούς δείκτες, το 55,1% των συμμετεχόντων ανέφερε ότι αισθανόταν ευεξία, έναντι 39% στην ομάδα με τη λιγότερο ευνοϊκή εικόνα υγείας.
Παρόμοια τάση παρατηρήθηκε και στην ποιότητα ζωής, η οποία ήταν γενικά καλύτερη μεταξύ των ανδρών που είχαν παρουσιάσει πιο υγιές καρδιαγγειακό προφίλ στη μέση ηλικία.
Η διαφορά στην αύξηση του σωματικού βάρους
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πορεία του σωματικού βάρους κατά τα προηγούμενα χρόνια.
Από την ηλικία των 25 έως τα 42, οι άνδρες με το λιγότερο ευνοϊκό καρδιαγγειακό προφίλ είχαν αυξήσει το βάρος τους κατά μέσο όρο κατά 17,8 κιλά.
Αντίθετα, στην ομάδα με την καλύτερη εικόνα υγείας, η μέση αύξηση ήταν μόλις 3,5 κιλά.
Το εύρημα αυτό δεν αποδεικνύει ότι η αύξηση του σωματικού βάρους ήταν η αιτία των διαφορών στη μακροζωία. Ωστόσο, δείχνει ότι οι παράγοντες που συνδέονται με την καρδιαγγειακή υγεία μπορεί να έχουν σημασία ήδη από την πρώιμη ενήλικη ζωή.
Οι περιορισμοί της μελέτης
Παρά τη μεγάλη διάρκεια παρακολούθησης, τα αποτελέσματα χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία.
Πρόκειται για παρατηρητική μελέτη, επομένως δεν μπορεί να αποδείξει ότι οι συγκεκριμένοι δείκτες υγείας προκαλούν από μόνοι τους μεγαλύτερη διάρκεια ζωής ή καλύτερη υγεία στα γηρατειά.
Επιπλέον, οι συμμετέχοντες ήταν σχετικά εύποροι Φινλανδοί άνδρες. Συνεπώς, τα αποτελέσματα δεν μπορούν να εφαρμοστούν αυτόματα σε γυναίκες ή σε πληθυσμούς με διαφορετικά κοινωνικά, οικονομικά και δημογραφικά χαρακτηριστικά.
Οι ερευνητές δεν διέθεταν επίσης αρχικές μετρήσεις για την ευτυχία και την ποιότητα ζωής των συμμετεχόντων.
Ένας ακόμη παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η μεγάλη χρονική απόσταση από την αρχική αξιολόγηση. Η ιατρική έχει αλλάξει σημαντικά από τη δεκαετία του 1960, ενώ σήμερα υπάρχουν πολύ περισσότερες και αποτελεσματικότερες θεραπείες για παράγοντες όπως η υπέρταση, η υψηλή χοληστερόλη και η παχυσαρκία.
Παρά τους περιορισμούς, η μελέτη αναδεικνύει μια σημαντική πτυχή της υγιούς γήρανσης: ένα καλύτερο καρδιαγγειακό προφίλ στη μέση ηλικία συνδέθηκε με μεγαλύτερη πιθανότητα να φτάσει κάποιος σε πολύ προχωρημένη ηλικία, αλλά και με μικρότερη ευθραυστότητα και καλύτερη ποιότητα ζωής στα επόμενα χρόνια.