Μια ιδιαίτερα ανησυχητική πραγματικότητα καταγράφεται στους ελληνικούς δρόμους, καθώς χιλιάδες οδηγοί συνεχίζουν να οδηγούν χωρίς να έχουν νόμιμο δικαίωμα. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό όταν η άδεια οδήγησης έχει ήδη αφαιρεθεί από την Τροχαία και ο οδηγός, παρ’ όλα αυτά, επιλέγει να αγνοήσει την απαγόρευση.
Ανεπίσημες εκτιμήσεις κάνουν λόγο ακόμη και για ποσοστό που μπορεί να αγγίζει το 15% των οδηγών σε κάποια χρονική στιγμή, οι οποίοι κυκλοφορούν χωρίς ενεργό δικαίωμα οδήγησης. Πρόκειται, ωστόσο, για εκτίμηση και όχι για επίσημη πανελλαδική καταγραφή της Ελληνικής Αστυνομίας.
Τα επίσημα στοιχεία, πάντως, δείχνουν ότι το φαινόμενο κάθε άλλο παρά περιορισμένο είναι.
Σχεδόν 80.000 παραβάσεις σε έναν χρόνο
Μόνο το 2024 καταγράφηκαν σε ολόκληρη τη χώρα 79.545 περιπτώσεις οδήγησης χωρίς δίπλωμα. Με απλά λόγια, οι αστυνομικές υπηρεσίες εντόπιζαν κατά μέσο όρο περίπου 218 οδηγούς την ημέρα που δεν διέθεταν το απαιτούμενο δικαίωμα οδήγησης.
Και αυτό αφορά αποκλειστικά τις περιπτώσεις που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια ελέγχων. Ο πραγματικός αριθμός των οδηγών που κυκλοφορούν χωρίς νόμιμη άδεια δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια.
Η εικόνα παραμένει έντονη και το 2026. Κατά το πρώτο επτάμηνο του έτους καταγράφηκαν 29.522 παραβάσεις για στέρηση ικανότητας άδειας οδήγησης, έναντι 30.115 το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Πρόκειται για περίπου 139 περιστατικά την ημέρα.
Στην ίδια κατηγορία περιλαμβάνονται διαφορετικές περιπτώσεις: οδηγοί που δεν απέκτησαν ποτέ άδεια, οδηγοί που δεν διαθέτουν την κατάλληλη κατηγορία διπλώματος, αλλά και όσοι εξακολουθούν να οδηγούν ενώ η άδειά τους έχει αφαιρεθεί.
Από την κλήση… στο ποινικό δικαστήριο
Το σημαντικότερο στοιχείο, όμως, είναι ότι η οδήγηση κατά τη διάρκεια αφαίρεσης του διπλώματος δεν αποτελεί πλέον απλώς μια ακόμη τροχαία παράβαση.
Ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας προβλέπει και ποινικές κυρώσεις για τον οδηγό που επιλέγει να παραβιάσει την απαγόρευση και να οδηγήσει ενώ η άδειά του έχει αφαιρεθεί για παράβαση του ΚΟΚ.
Συγκεκριμένα, εκτός από τις διοικητικές κυρώσεις, προβλέπεται φυλάκιση έως ενός έτους, καθώς και χρηματική ποινή τουλάχιστον 2.000 ευρώ.
Στην πράξη, οι συνέπειες μπορεί να είναι ακόμη πιο άμεσες. Οι έλεγχοι της Αστυνομίας έχουν ήδη οδηγήσει σε αυτόφωρες συλλήψεις οδηγών που βρέθηκαν πίσω από το τιμόνι ενώ βρίσκονταν σε περίοδο αφαίρεσης της άδειάς τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί οδηγός ταξί που συνελήφθη τον Αύγουστο του 2026 στον Κηφισό, μόλις δύο ημέρες μετά την αφαίρεση του διπλώματός του. Αντίστοιχα περιστατικά έχουν καταγραφεί και σε άλλες περιοχές της χώρας, μεταξύ των οποίων η Θεσσαλονίκη και η Ήπειρος.
Υπάρχουν, μάλιστα, και περιπτώσεις που έχουν ήδη φτάσει μέχρι την καταδίκη. Σε υπόθεση στην Αθήνα, οδηγός που εντοπίστηκε μεταξύ άλλων να οδηγεί ενώ του είχε αφαιρεθεί η άδεια καταδικάστηκε από Αυτόφωρο Μονομελές σε οκτώ μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή.
Η αναστολή, βέβαια, δεν αποτελεί αυτόματη εξέλιξη σε κάθε υπόθεση, καθώς η τελική απόφαση εξαρτάται από τα δεδομένα και τις συνθήκες κάθε περιστατικού.
Χιλιάδες οδηγοί χάνουν το δίπλωμά τους
Το πρόβλημα αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις και λόγω της αυστηροποίησης των κυρώσεων.
Παραβάσεις που στο παρελθόν μπορεί να αντιμετωπίζονταν από ορισμένους οδηγούς ως μια «τσουχτερή κλήση» μπορούν πλέον να οδηγήσουν σε προσωρινή αφαίρεση της άδειας.
Η χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση, για παράδειγμα, μπορεί να επιφέρει πρόστιμο 350 ευρώ και αφαίρεση της άδειας για 30 ημέρες. Αντίστοιχες αυστηρές κυρώσεις προβλέπονται και για άλλες σοβαρές παραβάσεις, ενώ σε περίπτωση υποτροπής η διάρκεια αφαίρεσης μπορεί να αυξηθεί σημαντικά.
Έτσι, κάθε μήνα δημιουργείται ένας μεγάλος αριθμός οδηγών που διαθέτουν αυτοκίνητο, εργασία και καθημερινές υποχρεώσεις, αλλά για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα δεν έχουν το δικαίωμα να οδηγήσουν.
Το κρίσιμο σημείο είναι τι συμβαίνει όταν κάποιος αποφασίζει να αγνοήσει αυτή την απαγόρευση.
Πάνω από 1.100 διπλώματα αφαιρέθηκαν σε μία εβδομάδα στην Αττική
Η ένταση των ελέγχων αποτυπώνεται και στα πιο πρόσφατα στοιχεία από την Αττική.
Μόνο στο διάστημα από 24 έως 31 Αυγούστου 2026, οι υπηρεσίες της Τροχαίας πραγματοποίησαν εκτεταμένους ελέγχους, κατά τους οποίους βεβαιώθηκαν 7.020 παραβάσεις.
Παράλληλα, 1.144 οχήματα ακινητοποιήθηκαν, ενώ αφαιρέθηκαν 1.109 άδειες οδήγησης μέσα σε μόλις επτά ημέρες.
Ο αριθμός μεταφράζεται σε περισσότερες από 150 αφαιρέσεις διπλωμάτων κάθε ημέρα μόνο στην Αττική, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης επιχείρησης.
Τα στοιχεία αυτά βοηθούν να γίνει κατανοητό γιατί το ζήτημα αποκτά τόσο μεγάλες διαστάσεις. Όσο αυξάνονται οι αφαιρέσεις αδειών, αυξάνεται και ο αριθμός των ανθρώπων που, για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, δεν επιτρέπεται να οδηγήσουν.
Τα 700 ευρώ δεν είναι η χειρότερη συνέπεια
Για κάποιον που οδηγεί επιβατικό αυτοκίνητο χωρίς την απαιτούμενη άδεια, το διοικητικό πρόστιμο ανέρχεται σε 700 ευρώ.
Η κατάσταση, όμως, γίνεται πολύ σοβαρότερη όταν πρόκειται για οδηγό στον οποίο έχει ήδη αφαιρεθεί το δίπλωμα λόγω παράβασης του ΚΟΚ.
Τότε ενεργοποιείται και η ποινική διάσταση της υπόθεσης, με τον οδηγό να αντιμετωπίζει φυλάκιση έως ενός έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον 2.000 ευρώ.
Επιπλέον, η οδήγηση κατά το διάστημα της αφαίρεσης μπορεί, με δικαστική απόφαση, να οδηγήσει σε στέρηση του δικαιώματος επαναχορήγησης της άδειας για τρία επιπλέον χρόνια.
Και αν ένας οδηγός χωρίς δίπλωμα εμπλακεί σε σοβαρό τροχαίο, προκαλώντας τραυματισμό ή ακόμη και θάνατο, τότε οι συνέπειες μπορεί να είναι πολύ βαρύτερες, καθώς εφαρμόζονται και οι σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα.
Το μήνυμα της Τροχαίας είναι πλέον ξεκάθαρο
Η αφαίρεση του διπλώματος δεν είναι μια τυπική διαδικασία που σημαίνει απλώς ότι ο οδηγός αφήνει το έντυπο της άδειας στην Τροχαία και συνεχίζει κανονικά τις μετακινήσεις του.
Από τη στιγμή που η άδεια έχει αφαιρεθεί, η οδήγηση απαγορεύεται. Και η παραβίαση της απαγόρευσης μπορεί να μετατρέψει μια τροχαία παράβαση σε ποινική υπόθεση.
Με τους ελέγχους να εντείνονται και τις αφαιρέσεις αδειών να καταγράφονται πλέον σε χιλιάδες, οι οδηγοί που επιλέγουν να αγνοήσουν την ποινή αναλαμβάνουν ένα πολύ μεγαλύτερο ρίσκο.
Το επόμενο μπλόκο της Τροχαίας, επομένως, μπορεί να μην καταλήξει απλώς σε ένα νέο πρόστιμο.
Μπορεί να οδηγήσει σε σύλληψη, αυτόφωρο, εισαγγελέα και ποινική καταδίκη.