Σημαντική συρρίκνωση υπέστη η πραγματική αξία των τραπεζικών καταθέσεων στην Ελλάδα, καθώς η πραγματική τους απόδοση διαμορφώθηκε στο -2,5% το 2025. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στην έντονη απόκλιση μεταξύ των χαμηλών τραπεζικών επιτοκίων και του πληθωρισμού, με αποτέλεσμα οι τόκοι να μην επαρκούν για την κάλυψη της αυξανόμενης αύξησης των τιμών. Αυτό είχε ως συνέπεια να εξανεμιστούν 3,9 δισεκατομμύρια ευρώ αγοραστικής δύναμης μόλις σε ένα έτος, αναδεικνύοντας το υψηλό οικονομικό τίμημα που καλούνται να καταβάλουν οι αποταμιευτές προκειμένου να διατηρήσουν τα κεφάλαιά τους σε ασφαλές τραπεζικό περιβάλλον.
Σε συνολικό όγκο καταθέσεων που ανήλθε στα 155 δισεκατομμύρια ευρώ το 2025, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο περιορίστηκε στο 0,31%, αποδίδοντας στους καταθέτες συνολικούς τόκους ύψους μόλις 480 εκατομμυρίων ευρώ. Αντιθέτως, ο μέσος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 2,9%, γεγονός που μείωσε αισθητά την πραγματική αξία των αποταμιεύσεων. Ενδεικτικά, για κεφάλαιο 10.000 ευρώ, η ονομαστική απόδοση αντιστοιχούσε σε μόλις 31 ευρώ τόκων προ φόρων, ποσό που αποδείχθηκε παντελώς ανεπαρκές απέναντι στην αύξηση του κόστους διαβίωσης και την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών.
Το πρόβλημα της διάβρωσης των κεφαλαίων λαμβάνει συστημικές διαστάσεις, καθώς δεν περιορίστηκε μόνο στο 2025 αλλά εκτείνεται από το 2022, όταν η ενεργειακή κρίση εκτόξευσε τον πληθωρισμό στο 9,2%. Κατά τη διάρκεια της τετραετίας 2022-2025, οι αποταμιευτές εισέπραξαν περίπου 2 δισεκατομμύρια ευρώ σε τόκους, την ίδια στιγμή που η απώλεια αγοραστικής δύναμης ανήλθε σε 24 δισεκατομμύρια ευρώ. Ως εκ τούτου, η συνολική καθαρή επιβάρυνση ξεπέρασε τα 23 δισεκατομμύρια ευρώ, επιβαρύνοντας καθοριστικά τα νοικοκυριά που διακρατούν τα κεφάλαιά τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς.
Η αρνητική αυτή τάση συνεχίζεται και κατά το 2026, με τις αποδόσεις ακόμα και των προθεσμιακών καταθέσεων να υπολείπονται του πληθωρισμού. Παρόλο που οι τράπεζες παρέχουν θεσμική ασφάλεια, ρευστότητα και εγγύηση κεφαλαίου έως 100.000 ευρώ ανά καταθέτη, η διαρκής υστέρηση των επιτοκίων έναντι των τιμών καταναλωτή οδηγεί σε συνεχή μείωση της πραγματικής αξίας των χρημάτων, ακόμα κι αν τα ονομαστικά υπόλοιπα των λογαριασμών εμφανίζονται αυξημένα.