Στον πιο επίσημο και λόγιο ελληνικό λόγο, η λέξη που αποδίδει τη "σφαλιάρα" είναι το "ράπισμα". Πρόκειται για χτύπημα που δίνεται με την ανοιχτή παλάμη του χεριού, συνήθως στο κεφάλι ή στο πρόσωπο.
Η λέξη "ράπισμα" έχει, ωστόσο, και μεταφορική χρήση. Μπορεί να περιγράψει μια έντονη ηθική αποδοκιμασία ή ένα πλήγμα σε επίπεδο εντυπώσεων και επιχειρημάτων. Για παράδειγμα, μπορούμε να πούμε ότι "οι δηλώσεις του αποτέλεσαν ηχηρό ράπισμα" για να δηλώσουμε ότι προκάλεσαν ισχυρό πλήγμα στην αντίθετη πλευρά.
Ετυμολογικά, το "ράπισμα" συνδέεται με το αρχαίο ρήμα "ραπίζω", που σημαίνει χτυπώ, ενώ σχετίζεται και με τη λέξη "ραπίς", δηλαδή το ραβδί ή το αντικείμενο με το οποίο δίνεται χτύπημα.
Η λέξη συναντάται επίσης σε αρκετές εκφράσεις της καθομιλουμένης. Όταν λέμε ότι κάποιος "τρώει σφαλιάρες" ή ότι είναι "άνθρωπος της σφαλιάρας", εννοούμε συνήθως ότι γίνεται εύκολα αντικείμενο κοροϊδίας, υποτίμησης ή εκμετάλλευσης από τους γύρω του.
Υπάρχει ακόμη η χαρακτηριστική φράση "παίζω σφαλιάρες με κάποιον", η οποία δεν περιγράφει απαραίτητα πραγματικό ξύλο. Στην καθημερινή ομιλία δηλώνει μεγάλη οικειότητα και φιλική σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων.