Σε πλήρη αντίθεση με τη γενικότερη τάση που καταγράφεται στις αναπτυγμένες οικονομίες, η Ελλάδα κινήθηκε σε αρνητική τροχιά κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, παρουσιάζοντας αισθητή υποχώρηση στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των ελληνικών νοικοκυριών κατέγραψε κατακόρυφη πτώση 3,6% σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο.
Η εξέλιξη αυτή κατέταξε τη χώρα μας στην πρώτη θέση ως προς τη μεγαλύτερη μείωση ανάμεσα στις 21 χώρες του Οργανισμού με διαθέσιμα στοιχεία, ξεπερνώντας ακόμα και την Αυστρία που ακολούθησε με πτώση 2,8%, τη στιγμή που στο σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ σημειώθηκε οριακή αύξηση 0,2%.
Οι κύριες αιτίες αυτής της αρνητικής επίδοσης εντοπίζονται, σύμφωνα με τον Οργανισμό, στη μείωση του καθαρού εισοδήματος από περιουσιακά στοιχεία καθώς και στον περιορισμό των κοινωνικών παροχών, δύο παράγοντες που περιέκοψαν δραστικά το τελικό ποσό που φτάνει στους πολίτες. Η συγκεκριμένη μέτρηση θεωρείται κομβικής σημασίας, καθώς αποτυπώνει το πραγματικό εισόδημα αφού υπολογιστούν οι μεταβολές στις τιμές και ο πληθωρισμός.
Συνεπώς, η πτώση αυτή αποκαλύπτει την πραγματική αποδυνάμωση της αγοραστικής ικανότητας των νοικοκυριών να καλύψουν ανάγκες κατανάλωσης ή αποταμίευσης, την ίδια ώρα που άλλες χώρες, όπως η Ουγγαρία (+6%) και η Χιλή (+4.8%), σημείωσαν εντυπωσιακή άνοδο.
Σε επίπεδο μεγάλων οικονομιών (G7), η εικόνα υπήρξε μεικτή αλλά σαφώς πιο ισορροπημένη, με το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα να ενισχύεται κατά 0,2%. Θετική έκπληξη αποτέλεσε η Ιταλία με αύξηση 0,8%, ανατρέποντας την προηγούμενη αρνητική της πορεία, ενώ οριακή άνοδο 0,2% σημείωσαν οι ΗΠΑ, η Γερμανία και ο Καναδάς. Στον αντίποδα, το Ηνωμένο Βασίλειο κατέγραψε πτώση 0,8% παρά την αύξηση του ΑΕΠ του, ενώ η Γαλλία σημείωσε μικρή υποχώρηση 0,1%.
Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν τις αποκλίνουσες οικονομικές τάσεις, φέρνοντας την Ελλάδα σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση σε σχέση με τους διεθνείς εταίρους της.