Σύμφωνα με την επίσημη εγκύκλιο που εξέδωσε το Υπουργείο Υγείας, ο αντιγριπικός εμβολιασμός για την επερχόμενη περίοδο 2026-2027 οφείλει να διενεργείται σταθερά από τα μέσα Οκτωβρίου μέχρι το τέλος Νοεμβρίου. Η περίοδος αυτή επιλέγεται με βάση τα επιδημιολογικά δεδομένα, καθώς αποτελεί το χρονικό παράθυρο ακριβώς πριν την έναρξη της έξαρσης των κρουσμάτων στη χώρα μας, θωρακίζοντας εγκαίρως τον πληθυσμό.
Παρότι ο ακριβής χρόνος έναρξης του επιδημικού κύματος δεν μπορεί να προβλεφθεί με απόλυτη ακρίβεια, η διαχρονική επιτήρηση δείχνει ότι η δραστηριότητα της εποχικής γρίπης παρουσιάζει σταθερή αύξηση τον Ιανουάριο και κορυφώνεται μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου. Η περίοδος αυτή συχνά συνοδεύεται από σοβαρή αποδιοργάνωση της επαγγελματικής και κοινωνικής ζωής, υπέρμετρη κατανάλωση φαρμάκων και, σε αρκετές περιπτώσεις, αύξηση της θνησιμότητας, καθιστώντας την πρόληψη αναγκαία.
Ωστόσο, σε περίπτωση που ο εμβολιασμός δεν πραγματοποιηθεί κατά τη συνιστώμενη φθινοπωρινή περίοδο, μπορεί να αναπληρωθεί καθ' όλη τη διάρκεια της εποχικής γρίπης. Το υπουργείο τονίζει ότι ο αποτελεσματικότερος τρόπος πρόληψης παραμένει το εμβόλιο, το οποίο προφυλάσσει από τη μετάδοση, προστατεύει από σοβαρές επιπλοκές και μειώνει σημαντικά τις απουσίες από την εργασία και το σχολείο, ενώ τα διεθνή δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι είναι απολύτως ασφαλές χωρίς σοβαρές συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στο γεγονός ότι, και για την προσεχή περίοδο, ο ιός της γρίπης θα κυκλοφορήσει παράλληλα με τον ιό SARS-CoV-2. Ο έγκαιρος εμβολιασμός των ευάλωτων ομάδων αποσκοπεί στη μείωση των πιθανοτήτων ταυτόχρονης προσβολής και από τους δύο ιούς —κάτι που θα επιβάρυνε σοβαρά τους ασθενείς— αλλά και στην αποσυμφόρηση των υπηρεσιών υγείας και των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ).
Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, απόλυτη προτεραιότητα δίνεται στις ομάδες αυξημένου κινδύνου. Σε αυτές περιλαμβάνονται τα άτομα ηλικίας 60 ετών και άνω, τα βρέφη και παιδιά ηλικίας 6 μηνών έως 5 ετών, οι έγκυες, λεχώνες και θηλάζουσες γυναίκες ανεξαρτήτως ηλικίας κύησης, καθώς και ενήλικες και παιδιά με χρόνια νοσήματα (αναπνευστικού, καρδιακού, νευρολογικού τύπου, σακχαρώδη διαβήτη, ανοσοκαταστολή και χρόνια νεφροπάθεια ή ηπατοπάθεια).
Τέλος, συστάσεις απευθύνονται και σε κλειστούς ή ευάλωτους πληθυσμούς, σε άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία, καθώς και σε επαγγελματικές ομάδες πρώτης γραμμής. Σημαντική θέση κατέχουν οι εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας, το προσωπικό σε δομές φιλοξενίας ηλικιωμένων και προσφύγων, οι σπουδαστές κλειστών σχολών, καθώς και οι κτηνίατροι, πτηνοτρόφοι, χοιροτρόφοι και εργαζόμενοι σε σφαγεία, λόγω της συστηματικής επαφής τους με ζώα.