Στο επίκεντρο της συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση βρίσκεται το άρθρο 103 και το καθεστώς της μονιμότητας στο Δημόσιο, με τη Νέα Δημοκρατία να προτείνει τον «επαναπροσδιορισμό» της έννοιας της μονιμότητας σε σύνδεση με την αξιολόγηση.
Ο γενικός εισηγητής και επικεφαλής της ΝΔ στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, Ευριπίδης Στυλιανίδης, ολοκληρώνοντας τις εργασίες της Επιτροπής της Προτείνουσας Βουλής, αναφέρθηκε τόσο στην ενίσχυση της αυτοδιοίκησης όσο και στις αλλαγές που προτείνονται για το Δημόσιο, επισημαίνοντας πως «η Νέα Δημοκρατία προτείνει το Σύνταγμα να μπορεί να επαναπροσδιορίσει την έννοια της μονιμότητας».
Η επιχειρηματολογία Στυλιανίδη για το Άρθρο 103
Aναλύοντας το σκεπτικό του, ο κ. Στυλιανίδης ανέφερες πως «το άρθρο 103 προσδιορίζει με ακρίβεια το θεσμικό ρόλο των δημοσίων υπαλλήλων περιγράφοντας τους στην παρ. 1 ως εκτελεστές της θέλησης του Κράτους που υπηρετούν το Λαό και οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Αφήνει το νόμο να ορίσει τα προσόντα και τον τρόπο του διορισμού τους.
Το Σύνταγμα προσδιορίζει 4 διαφορετικούς κύκλους υπαλλήλων: Οι μόνιμοι υπάλληλοι καλύπτουν νομοθετημένες οργανικές θέσεις. Αυτοί αποτελούν το σκληρό πυρήνα του κράτους και διασφαλίζουν τη θεσμική του μνήμη και τη διαχρονική συνέχεια της διοίκησης. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου.(άρθρο 102 παρ. 2) Ειδικός νόμος μπορεί να προβλέψει οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού ή τεχνικού και βοηθητικού προσωπικού με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Nόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται.(άρθρο 102 παρ. 3). Mε νόμο μπορεί να εξαιρούνται από τη μονιμότητα ανώτατοι διοικητικοί υπάλληλοι που κατέχουν θέσεις εκτός της υπαλληλικής ιεραρχίας, οι διοριζόμενοι απευθείας με βαθμό πρεσβευτικό, οι υπάλληλοι της Προεδρίας της Δημοκρατίας και των γραφείων του Πρωθυπουργού, των Yπουργών και Yφυπουργών (άρθρο 102 παρ. 5).
Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται και ένα νέο μοντέλο συνεργασίας του δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα, το outsourcing, δηλαδή η ανάθεση έργου από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, όπου ο εργολάβος αναλαμβάνει τη διαχείριση των ιδιωτικών υπαλλήλων προκειμένου να παράσχει ένα συγκεκριμένο έργο για το δημόσιο. Στο άρθρο 103 Σ ρυθμίζονται κατά τρόπο λεπτομερή και αναλυτικό τα ζητήματα που αφορούν στην υπηρεσιακή κατάσταση των δημοσίων υπαλλήλων.
Α. ΜΟΝΙΜΟΤΗΤΑ
Συγκεκριμένα στο άρθρο 103 παρ. 4 Σ θεσπίζεται η αρχή της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων υπό την έννοια ότι, εφόσον υπάρχουν οι οργανικές θέσεις τις οποίες κατέχουν, οι δημόσιοι υπάλληλοι μπορεί να παυθούν μόνον με δικαστική απόφαση ή κατόπιν αποφάσεως του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η μονιμότητα για πρώτη φορά κατοχυρώθηκε στο άρθρο 102 του Συντάγματος του 1911 επί Ελευθερίου Βενιζέλου και έκτοτε διατηρήθηκε στα Συντάγματα που ακολούθησαν, στο άρθρο 114 του Συντάγματος του 1927 και στο άρθρο 101 του Συντάγματος 1952 προκειμένου να αποτρέψει τις εκατέρωθεν πολιτικές διώξεις που οδηγούσαν στην Πλατεία Κλαυθμώνος κάθε φορά που άλλαζε η Κυβέρνηση. Με την απόφαση 3354/2013 του ΣτΕ η αρχή της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων επιβεβαιώθηκε και καθορίστηκαν οι βασικές της προϋποθέσεις. Η αρχή της μονιμότητας αποβλέπει στην προστασία των δημοσίων υπαλλήλων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από τις κυβερνητικές εναλλαγές παρέχοντας ένα καθεστώς εργασιακής ασφάλειας έναντι αυθαίρετων πρακτικών. Παράλληλα εγγυάται τη θεσμική μνήμη, την ομαλή λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας, τη συνέχεια της διοίκησης και την ουδετερότητά της απέναντι στους πολίτες.
Σήμερα, που οι πολιτικές και ιδεολογικές εντάσεις του παρελθόντος έχουν αμβλυνθεί, η λειτουργία της οφείλει να επανεξεταστεί. Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων έχει συνδεθεί με αρνητικές πτυχές της δημόσιας διοίκησης, κυρίως τη γραφειοκρατία, την αναποτελεσματικότητα και σε μερικές περιπτώσεις ίσως και τη διαφθορά δια της διαπλοκής. Έχει καταλήξει να λειτουργεί περισσότερο ως ασπίδα προστασίας των ίδιων των υπαλλήλων καθώς απουσιάζει ένας μηχανισμός που θα διασφαλίζει την συνεχή αξιολόγηση και την αξιοκρατία.
Β. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Η οικονομική κρίση ανέδειξε την ανάγκη για εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης με την εισαγωγή αρχών και κανόνων. Στόχος είναι η βελτιστοποίηση της λειτουργίας και ενίσχυση της αποτελεσματικότητας. Στο δημόσιο άρχισαν ήδη να εφαρμόζονται οι αρχές του Νέου Δημοσίου Μάνατζμεντ, δηλαδή η εφαρμογή αρχών και πρακτικών της διοίκησης του ιδιωτικού τομέα στον δημόσιο με επίκεντρο την αύξηση της ικανοποίησης του πολίτη. Στο πλαίσιο αυτό εισήχθη ο θεσμός της αξιολόγησης. Η αξιολόγηση είναι ένα εργαλείο που ενισχύει τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης. Ο νόμος που εφαρμόζεται για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων είναι ο ν. 4940/2022 που αντικατέστησε τον ν. 4369/2016. Στην Ελλάδα υπηρετούν γύρω στις 570.000 δημόσιοι υπάλληλοι, χωρίς να υπολογίζονται οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου (ΙΔΑΧ). Στο σύστημα αξιολόγησης του νόμου υπάγονται περίπου 180.000 μόνιμοι υπάλληλοι, καθώς εξαιρούνται ορισμένες κατηγορίες, όπως τα σώματα ασφαλείας, οι εκπαιδευτικοί και τα μέλη ΔΕΠ.
Την αξιολόγηση διενεργεί πλέον ένας αξιολογητής, ο οποίος είναι ο άμεσος ιεραρχικά προϊστάμενος του υπαλλήλου. Όσοι υπάλληλοι λάβουν χαμηλή αξιολόγηση σε τρεις από τις εννέα δεξιότητες που έχουν τεθεί ως κριτήρια παραπέμπονται υποχρεωτικά σε σεμινάρια ή μετεκπαιδεύσεις. Σκοπός της αξιολόγησης είναι η ουσιαστική ανάπτυξη των υπαλλήλων μέσω της βελτίωσης των δεξιοτήτων, των επιδόσεων και της επαγγελματικής τους εξέλιξης. Το πρόβλημα που αντιμετώπισε ο νόμος ήταν ότι κατά την αξιολόγηση η πλειονότητα των δημοσίων υπαλλήλων λάμβανε υψηλή βαθμολογία. Το 97% των δημοσίων υπαλλήλων βαθμολογούνταν πάνω από 85%. Η αξιολόγηση δεν παρήγαγε πρακτικό αποτέλεσμα, παρά μόνο το φύλλο με τη βαθμολογία καταχωριζόταν στο φάκελο του υπαλλήλου.
Η Συνταγματική Αναθεώρηση από μόνη της δεν αρκεί να ανατρέψει μια αρνητική πραγματικότητα που διαμορφώθηκε επί δεκαετίες διαχρονικά και διακομματικά. Η Επανίδρυση του Κράτους δεν διατάσσεται. Απαιτεί έξυπνα οργανογράμματα, σαφή καθηκοντολόγια, διαρκή επιμόρφωση, σοβαρή και συνεχή αξιολόγηση με bentchmarkts, κίνητρα με κριτήρια την αποτελεσματικότητα και το ήθος.
Αυτά μπορεί να δίδονται ως κατεύθυνση από το Σύνταγμα, αλλά η υλοποίηση τους εξαρτάται από το νόμο και κυρίως από τη σωστή λειτουργία της διοίκησης. Για τους παραπάνω λόγους η Νέα Δημοκρατία προτείνει το Σύνταγμα να μπορεί να επαναπροσδιορίσει την έννοια της μονιμότητας. Νόμος όμως να ορίζει τη διαδικασία, τα κριτήρια για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, τις επιβραβεύσεις και τις ποινές που αυτή μπορεί να επιφέρει, συμπεριλαμβανομένης της οριστικής παύσης, ύστερα από απόφαση του υπηρεσιακού συμβουλίου. Η Αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων πρέπει να γίνεται με βάση τις αρχές της αμεροληψίας, της ουδετερότητας, της επαγγελματικής ικανότητας και της αποδοτικότητας, με δυνατότητα συμμετοχής και του ΑΣΕΠ. Αξιολόγηση γίνεται αμφίδρομα, ήτοι και από τους υφισταμένους προς τους προϊσταμένους τους, καθώς και από τους πολίτες προς όλους. Ο μισθός (πέραν του βασικού) συνδέεται με προσόντα και απόδοση. Η βασική μεταβολή που μπορεί να επιφέρει μια τέτοια συνταγματική αλλαγή είναι το σύστημα από υπάλληλο - κεντρικό, να γίνει πολιτο - κεντρικό.»
Συνάντηση ΑΔΕΔΥ - ΝΔ για τη μονιμότητα στο Δημόσιο
Η ΑΔΕΔΥ προέβη σε σχετική ενημέρωση, επικαλούμενη τις συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν την Τετάρτη 15 Ιουλίου με εκπροσώπους της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΝΔ.
Στη συγκεκριμένη συνάντηση, η πλευρά της ΑΔΕΔΥ συνομίλησε με τον Μάξιμο Χαρακόπουλο, γραμματέα της Κ.Ο., καθώς και με τον Ευριπίδη Στυλιανίδη. Τα κυβερνητικά στελέχη επιβεβαίωσαν στους εκπροσώπους των εργαζομένων ότι το καθεστώς της μονιμότητας πρόκειται να ευθυγραμμιστεί με τα αποτελέσματα της αξιολόγησης.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε την ΑΔΕΔΥ στο συμπέρασμα ότι η επιχειρούμενη συνταγματική παρέμβαση στοχεύει στην ουσιαστική αποδόμηση της εργασιακής σταθερότητας. Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, «η επιχειρούμενη αναθεώρηση του άρθρου 103 θα οδηγήσει στην άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων μέσω της σύνδεσης της εργασίας με την αντιδραστική αξιολόγηση και τη συνταγματοποίηση των σχετικών πειθαρχικών διώξεων».
Ολόκληρη η ανακοίνωση της ΑΔΕΔΥ
«Συνάντηση με εκπροσώπους της κοινοβουλευτικής ομάδας της ΝΔ πραγματοποίησε την Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2026, αντιπροσωπεία της Εκτελεστικής Επιτροπής της Α.Δ.Ε.Δ.Υ., μετά από αίτημά μας με θέμα τις κυβερνητικές εξαγγελίες και τη διεξαγόμενη συζήτηση στη Βουλή σχετικά με τη συνταγματική αναθεώρηση και ιδίως, τις προτεινόμενες αλλαγές στο άρθρο 103 του Συντάγματος.
Από τη ΝΔ μετείχαν ο Ευριπίδης Στυλιανίδης (γενικός εισηγητής και επικεφαλής της Ν.Δ. στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος) και ο Μάξιμος Χαρακόπουλος γραμματέας της Κ.Ο. και από την Ε.Ε της ΑΔΕΔΥ οι Πανουτσάκου Βέτα, Παπαναστάσης Χρήστος, Πεππές Δημήτρης, Ρουμπής Παναγιώτης, Μακράκης Γιώργος, Γκαραγκάνης Τάσος, Πετρόπουλος Γιώργος και Μαρίνης Σπύρος.
Στη συνάντηση η ΝΔ σημείωσε ότι σε αυτή τη φάση των κοινοβουλευτικών διαδικασιών δεν έχει καταθέσει συγκεκριμένο δεσμευτικό κείμενο για τα άρθρα που προτείνει για αναθεώρηση και επανέλαβε για το άρθρο 103 τη θέση της ότι η πρότασή της αφορά «επαναπροσδιορισμό του περιεχομένου της μονιμότητας και σύνδεση με την αξιολόγηση», επιβεβαιώνοντας την εκτίμησή μας ότι η επιχειρούμενη αναθεώρηση του άρθρου 103 θα οδηγήσει στην άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων μέσω της σύνδεσης της εργασίας με την αντιδραστική αξιολόγηση και τη συνταγματοποίηση των σχετικών πειθαρχικών διώξεων.
Από την Εκτελεστική Επιτροπή κατατέθηκαν οι θέσεις μας και ιδιαίτερα η κάθετη αντίθεσή μας στην επιχειρούμενη αναθεώρηση του άρθρου 103 και το περιεχόμενο που δίνει η κυβέρνηση, που ανοίγει τον δρόμο για απολύσεις και γενίκευση της εργασιακής ανασφάλειας, με στόχο φοβισμένους και υποταγμένους υπαλλήλους, που θα υλοποιούν τις αντιλαϊκές πολιτικές χωρίς αντίρρηση. Απορρίπτοντας τη σχετική επιχειρηματολογία τονίστηκε ότι η εμπειρία δείχνει πως εννοεί η κυβέρνηση την «αξιολόγηση» καθώς και αντιμετωπίζει ως «ανεπαρκείς» όσους αντιστέκονται, διεκδικούν και υπερασπίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων και της κοινωνίας, ενώ φαινόμενα αυθαιρεσίας και συγκάλυψης αντιμετωπίζονται με ανοχή.
Τονίστηκε ότι οι Δημόσιες Υπηρεσίες δεν υπονομεύονται από τους ίδιους τους εργαζόμενους που δουλεύουν σε αυτές και τη «μονιμότητα» την ώρα μάλιστα που το 1/3 σήμερα των Δημοσίων Υπαλλήλων είναι συμβασιούχοι, αλλά από τη διαχρονική πολιτική της υποχρηματοδότησης, της υποστελέχωσης, της εμπορευματοποίησης και της συστηματικής απαξίωσης. Η κατάργηση της μονιμότητας δεν αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα αντίθετα, τα βαθαίνει και τα γενικεύει. Το δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα θα συνεχίσει να υπερασπίζεται συλλογικά τα εργασιακά, συνδικαλιστικά και κοινωνικά δικαιώματα, το δικαίωμα για μόνιμη και σταθερή εργασία, για πραγματικές αυξήσεις στους μισθούς, ενάντια στη φίμωση των εργαζομένων, για δημόσια και δωρεάν Παιδεία και Υγεία για όλο τον λαό.»