Η φράση «persona non grata» ακούγεται συχνά σε ειδήσεις που αφορούν τη διπλωματία και τις διεθνείς σχέσεις. Αν και πλέον χρησιμοποιείται και στην καθημερινή γλώσσα για να περιγράψει κάποιον που δεν είναι ευπρόσδεκτος, στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν επίσημο όρο του Διεθνούς Δικαίου.
Η έκφραση προέρχεται από τα λατινικά και αποτελεί το αντίθετο του όρου «persona grata», που σημαίνει «ευπρόσδεκτο» ή «προσφιλές πρόσωπο». Στη διπλωματική πρακτική, ο χαρακτηρισμός αυτός αποδίδεται σε πρόσωπα που είναι αποδεκτά από το κράτος στο οποίο έχουν διαπιστευθεί, όπως πρέσβεις, πρόξενοι, διπλωματικοί ακόλουθοι και εκπρόσωποι διεθνών οργανισμών.
Αντίθετα, ο όρος «persona non grata» αποδίδεται σε ένα πρόσωπο που κρίνεται ανεπιθύμητο από τη χώρα υποδοχής. Η απόφαση αυτή λαμβάνεται συνήθως όταν ένας διπλωμάτης ή άλλος διαπιστευμένος εκπρόσωπος θεωρηθεί ότι με τις ενέργειες ή τις δηλώσεις του προσέβαλε ή έβλαψε τα συμφέροντα του κράτους στο οποίο υπηρετεί.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η χώρα μπορεί να ανακαλέσει την αποδοχή της διαπίστευσης, να ζητήσει την άμεση αποχώρηση του συγκεκριμένου προσώπου ή ακόμη και να απαγορεύσει την είσοδό του στο έδαφός της με διπλωματική ιδιότητα.
Παρότι η φράση έχει περάσει πλέον και στην καθημερινή ομιλία για να χαρακτηρίσει κάποιον που δεν είναι καλοδεχούμενος σε έναν χώρο ή μια ομάδα ανθρώπων, η αυθεντική της σημασία παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένη με το Διεθνές Δίκαιο και τους κανόνες που διέπουν τις διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των κρατών.