Στην Ελλάδα, ο όρος "WC", ή όπως συνηθίζεται να προφέρεται "βεσέ", χρησιμοποιείται ευρέως για να περιγράψει τόσο τις τουαλέτες σε καταστήματα και δημόσια κτίρια όσο και τους μικρούς χώρους υγιεινής μέσα σε κατοικίες που διαθέτουν μόνο λεκάνη και νιπτήρα.
Σύμφωνα με το λεξικό του Cambridge, τα αρχικά WC προέρχονται από την αγγλική φράση "Water Closet". Ο όρος αυτός χρησιμοποιούνταν παλαιότερα για να περιγράψει έναν ξεχωριστό χώρο μέσα στο σπίτι, όπου υπήρχε μόνο η τουαλέτα.
Η ονομασία έχει τις ρίζες της σε μια εποχή κατά την οποία το μπάνιο και η τουαλέτα δεν αποτελούσαν έναν ενιαίο χώρο, όπως συμβαίνει σήμερα στις περισσότερες κατοικίες. Αντίθετα, η τουαλέτα βρισκόταν σε ξεχωριστό δωμάτιο, γι' αυτό και καθιερώθηκε ο όρος "Water Closet", ο οποίος με την πάροδο του χρόνου συντομεύτηκε στα γνωστά πλέον αρχικά WC.
Παρόλο που στις αγγλόφωνες χώρες χρησιμοποιούνται σήμερα συχνότερα οι όροι toilet, restroom ή bathroom, η ένδειξη WC εξακολουθεί να συναντάται σε πολλές χώρες, ιδιαίτερα σε ξενοδοχεία, εστιατόρια, αεροδρόμια και άλλους δημόσιους χώρους, αποτελώντας ένα διεθνώς αναγνωρίσιμο σύμβολο για την τουαλέτα.