Σημαντικά ευρήματα που εγείρουν προβληματισμό για την ποιότητα του αέρα στο υπόγειο δίκτυο συγκοινωνιών της πρωτεύουσας έφερε στο φως έρευνα του Πανελληνίου Κέντρου Οικολογικών Ερευνών (ΠΑΚΟΕ).
Κατά τη διάρκεια επιτόπιων ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν στις 11 Ιουνίου 2026 στους κεντρικούς σταθμούς Πανόρμου, Μεγάρου Μουσικής και Μοναστηράκι, εντοπίστηκαν αυξημένες μετρήσεις ατμοσφαιρικής ρύπανσης, με το υψηλότερο φορτίο να καταγράφεται σταθερά στις υπόγειες πλατφόρμες αναμονής, σε αντίθεση με τις εξόδους που εμφάνισαν καλύτερη εικόνα.
Η επιστημονική ομάδα του ΠΑΚΟΕ κατέγραψε σοβαρές υπερβάσεις στα συγκριτικά όρια ασφαλείας για τα μικροσωματίδια PM2.5 και PM10, τη φορμαλδεΰδη, τις πτητικές οργανικές ενώσεις (TVOC) και το διοξείδιο του άνθρακα (CO2).
Όπως εξηγούν οι ειδικοί, η συγκέντρωση αυτών των ρύπων στις αποβάθρες οφείλεται στον κλειστό χαρακτήρα των χώρων και τον συνωστισμό, ενώ εντείνεται από τη φθορά των σιδηροτροχιών και των συστημάτων πέδησης των συρμών.
Η υψηλή παρουσία CO2, μάλιστα, αποτελεί σαφή ένδειξη ανεπαρκούς αερισμού σε σχέση με την επιβατική κίνηση.
Αν και οι σύντομες μετακινήσεις θεωρούνται ασφαλείς για την πλειονότητα των υγιών ενηλίκων, η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε αυτό το περιβάλλον προκαλεί ανησυχία για τη δημόσια υγεία.
Τα λεπτά σωματίδια PM2.5 εισχωρούν βαθιά στους πνεύμονες και την κυκλοφορία του αίματος, ενώ η φορμαλδεΰδη και οι πτητικές ενώσεις ενδέχεται να προκαλέσουν ερεθισμούς στους αεραγωγούς, βήχα, πονοκεφάλους ή ναυτία.
Η κατάσταση αυτή καθιστά αναγκαία την ιδιαίτερη προσοχή από ομάδες υψηλού κινδύνου, όπως άτομα με άσθμα, ΧΑΠ ή καρδιακά νοσήματα, ηλικιωμένους, εγκύους, παιδιά, καθώς και τους ίδιους τους εργαζόμενους του Μετρό που εκτίθενται καθημερινά για πολλές ώρες.
Για τη μείωση του κινδύνου, συστήνεται στους ευάλωτους επιβάτες να περιορίζουν τον χρόνο αναμονής στις πλατφόρμες, να χρησιμοποιούν μάσκα υψηλής διήθησης και να αποφεύγουν τα σημεία κοντά στις σήραγγες, ενώ η βελτίωση των συστημάτων εξαερισμού των σταθμών προβάλλει πλέον ως άμεση ανάγκη.