Η λέξη «φιγουρίνι» αποτελεί γλωσσικό δάνειο από τα ιταλικά και συγκεκριμένα από το figurina, υποκοριστικό του figura, όρος που αποδίδει έννοιες όπως «μορφή», «σχήμα» ή «φιγούρα».
Στην ελληνική γλώσσα έχει επικρατήσει με δύο βασικές χρήσεις. Η πρώτη αφορά το μικρό διακοσμητικό αντικείμενο ή αγαλματίδιο, όπως οι γνωστές πορσελάνινες φιγούρες που χρησιμοποιούνται για διακόσμηση χώρων. Η δεύτερη, νεότερη και πιο μεταφορική, περιγράφει άτομα που δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην εμφάνισή τους ή επιδιώκουν να τραβούν την προσοχή με τη στάση και την εικόνα τους.
Η ετυμολογική του διαδρομή ξεκινά από το λατινικό figura, που σημαίνει «σχήμα» ή «παράσταση», περνά στα ιταλικά και στη συνέχεια ενσωματώνεται στο ελληνικό λεξιλόγιο, κυρίως μέσω της πολιτισμικής επιρροής της Ιταλίας στους τομείς της τέχνης, της αισθητικής και της διακόσμησης.