Υπάρχουν κείμενα που μιλούν για έναν άνθρωπο, αλλά στην πραγματικότητα περιγράφουν μια ολόκληρη εποχή. Η εξομολόγηση μιας δασκάλας που, έπειτα από 18 χρόνια στην εκπαίδευση, αποφάσισε να απομακρυνθεί από το σχολείο δεν είναι απλώς μια προσωπική ιστορία. Είναι ένας καθρέφτης των πιέσεων, των αδιεξόδων και της ψυχικής φθοράς που βιώνουν χιλιάδες εκπαιδευτικοί τα τελευταία χρόνια.
Η ιστορία ξεκινά όπως ξεκινούν οι περισσότερες εκπαιδευτικές διαδρομές: με ενθουσιασμό, όνειρα και αγάπη για τα παιδιά. Μια νεαρή δασκάλα, λίγο πριν συμπληρώσει τα 22 της χρόνια, περνά για πρώτη φορά το κατώφλι μιας σχολικής αίθουσας. Δεν διαθέτει μεγάλη εμπειρία, ούτε θεωρεί ότι γνωρίζει τα πάντα. Διαθέτει όμως κάτι που δεν διδάσκεται σε κανένα πανεπιστήμιο: την ανάγκη να δημιουργεί.
Πριν ακόμη γνωρίσει τους μαθητές της, γράφει τραγούδια στα περιθώρια των σχολικών βιβλίων. Βάζει τη φαντασία και το συναίσθημα μέσα στη διδασκαλία. Γιατί για πολλούς εκπαιδευτικούς το σχολείο δεν είναι ένας χώρος εργασίας. Είναι ένας τόπος δημιουργίας, σχέσης και προσφοράς.
Τα χρόνια περνούν. Μαθητές έρχονται και φεύγουν. Σχολικές γιορτές, εκδρομές, δυσκολίες, γέλια, αγωνίες και μικρές καθημερινές νίκες συνθέτουν το μωσαϊκό μιας εκπαιδευτικής ζωής. Και όμως, κάποια στιγμή, εκεί που κανείς δεν το περιμένει, έρχεται η φράση που μοιάζει αδιανόητη: «Φεύγω από το σχολείο».
Όχι επειδή χάθηκε η αγάπη για τη διδασκαλία. Όχι επειδή χάθηκε η σχέση με τα παιδιά. Αλλά επειδή χάθηκε κάτι άλλο πολύτιμο: η ισορροπία.
Όταν το λειτούργημα συναντά την εξάντληση
Για δεκαετίες, οι εκπαιδευτικοί μεγάλωσαν με την αντίληψη ότι αποτελούν δημόσιους λειτουργούς. Ότι υπηρετούν έναν σκοπό μεγαλύτερο από τους ίδιους. Ότι οφείλουν να αντέχουν.
Αυτή η κουλτούρα της αυταπάρνησης λειτούργησε πολλές φορές ως πηγή δύναμης. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, μετατράπηκε σε παγίδα.
Γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να αγαπά βαθιά το επάγγελμά του και ταυτόχρονα να λυγίζει από τις συνθήκες μέσα στις οποίες καλείται να το ασκήσει.
Τα τελευταία χρόνια οι εκπαιδευτικοί βρέθηκαν αντιμέτωποι με ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις. Νέα διοικητικά καθήκοντα, συνεχείς αξιολογήσεις, ψηφιακές πλατφόρμες, γραφειοκρατία, αυξημένες κοινωνικές προσδοκίες, προβλήματα συμπεριφοράς, ψυχολογικές ανάγκες μαθητών και οικογενειών.
Η τάξη παραμένει η καρδιά της εκπαίδευσης. Όμως η δουλειά του εκπαιδευτικού έχει πάψει εδώ και καιρό να περιορίζεται στις ώρες διδασκαλίας.
Η αθέατη φθορά
Πίσω από κάθε εκπαιδευτικό που αποχωρεί ή σκέφτεται να αποχωρήσει κρύβεται συνήθως μια μακρά περίοδος εσωτερικής φθοράς.
Η ψυχική κόπωση δεν εμφανίζεται από τη μία μέρα στην άλλη. Συσσωρεύεται αργά. Μέσα από την καθημερινή προσπάθεια να ανταποκριθεί κανείς σε όλα. Να είναι καλός δάσκαλος, καλός γονιός, καλός συνάδελφος, καλός άνθρωπος.
Κάποια στιγμή, πολλοί εκπαιδευτικοί συνειδητοποιούν ότι για να συνεχίσουν να προσφέρουν στους άλλους, πρέπει πρώτα να προστατεύσουν τον εαυτό τους.
Η απόφαση να απομακρυνθεί κανείς από το σχολείο δεν είναι πάντα φυγή. Μπορεί να είναι μια πράξη αυτοφροντίδας. Μια προσπάθεια να σωθεί αυτό το «εσωτερικό φως» που η εκπαίδευση απαιτεί καθημερινά από όσους την υπηρετούν.
Μια ιστορία που αφορά πολλούς
Η εξομολόγηση αυτής της δασκάλας δεν αφορά μόνο τη δική της ζωή. Αγγίζει ένα ευρύτερο ζήτημα που συχνά μένει εκτός δημόσιας συζήτησης: την ψυχική υγεία των εκπαιδευτικών.
Σε μια εποχή όπου μιλάμε διαρκώς για τις ανάγκες των μαθητών –και σωστά– συχνά ξεχνάμε ότι πίσω από κάθε σχολική αίθουσα υπάρχει ένας άνθρωπος που επίσης χρειάζεται στήριξη, αναγνώριση και χώρο να αναπνεύσει.
Κι όμως, παρά την αποχώρηση, κάτι παραμένει αναλλοίωτο.
Η διδασκαλία δεν είναι μόνο επάγγελμα. Είναι κομμάτι ταυτότητας. Γι’ αυτό και όσοι υπηρέτησαν πραγματικά το σχολείο δεν παύουν ποτέ να είναι δάσκαλοι.
Μπορεί να αλλάξουν δρόμο. Να γράψουν, να δημιουργήσουν, να τραγουδήσουν, να προσφέρουν με άλλους τρόπους. Όμως η σχέση που έχτισαν με τα παιδιά και η χαρά της μάθησης τους ακολουθεί για πάντα.
Γιατί, όπως λένε πολλοί εκπαιδευτικοί όταν κλείνει ένας μεγάλος κύκλος της ζωής τους, μια φορά δάσκαλος, πάντα δάσκαλος.
Να τι γράφει η δασκάλα
Πριν από 18 χρόνια μπήκα για πρώτη φορά σε μια τάξη. Δεν ήμουν ακόμα ούτε 22 χρονών και ανέλαβα ένα τμήμα Β’ Δημοτικού. Δεν είχα εμπειρία, ούτε μεγάλες γνώσεις. Είχα όμως αγάπη, ενθουσιασμό και ανάγκη να δημιουργώ. Πριν καν δω τα παιδιά πήρα τα βιβλία στα χέρια μου και άρχισα να γράφω τραγούδια στο περιθώριο των σελίδων. Έτσι ήμουν πάντα. Έτσι ήμουν και μέσα στην τάξη. Έζησα όμορφα χρόνια, με χαρές, δυσκολίες, κούραση, γέλια, παιδιά που πέρασαν από τη ζωή μου και άφησαν το αποτύπωμά τους. Αν κάποιος μου έλεγε πως θα έρθει μια μέρα που θα πω «φεύγω από το σχολείο», θα μου φαινόταν αδιανόητο. Όχι γιατί ήμουν η κλασική δασκάλα που ζούσε μόνο μέσα από το σχολείο. Κάθε άλλο. Αλλά γιατί μεγάλωσα με τη νοοτροπία δύο ανθρώπων που πίστευαν βαθιά στο καθήκον. «Μαρία, είσαι δημόσιος λειτουργός. Οφείλεις να υπηρετείς με ευσυνειδησία το κράτος». Αυτή η φράση του πατέρα μου με ακολουθούσε πάντα. Τώρα όμως, λίγο πριν τα 40, ξέρω κάτι πολύ σημαντικό: δεν οφείλω να μένω κάπου που με φθείρει. Καμία δουλειά δεν πρέπει να γίνεται φυλακή της ψυχής. Αγαπώ βαθιά τη διδασκαλία. Όμως η δουλειά μιας δασκάλας δεν είναι μόνο το μάθημα μέσα στην τάξη. Απαιτεί ψυχή, δύναμη και ένα εσωτερικό φως που αυτή τη στιγμή νιώθω πως χρειάζεται να προστατεύσω. Η πίεση των τελευταίων χρόνων με επηρέασε περισσότερο απ’ όσο ήθελα να παραδεχτώ — ψυχικά και σωματικά.
Και κάπως έτσι πήρα την απόφαση να απομακρυνθώ. Δεν ξέρω αν αυτή η απόσταση θα είναι προσωρινή ή μόνιμη. Ελπίζω κάποια μέρα να βρω τη δύναμη να επιστρέψω. Κι αν δεν γίνει αυτό, ξέρω πως θα συνεχίσω να δημιουργώ, να γράφω, να τραγουδώ και να βρίσκω τρόπους να είμαι κοντά στα παιδιά.
Ένα μόνο είναι σίγουρο… Η σχέση δασκάλας-παιδιού, η χαρά της διδασκαλίας, η δημιουργία μέσα στην τάξη θα μου λείψουν παρά πολύ... Γιατί μια φορά δασκάλα… πάντα δασκάλα