Πιθηκαλώπηξ: αναφέρεται σε έναν πανέξυπνο αλλά ύπουλο άνθρωπο. Η λέξη προέρχεται από τα "πίθηκος" (πίθηκος) και "αλώπηξ" (αλεπού).
Ρωποπερπερήθρας: περιγράφει έναν άνδρα που μιλάει ασταμάτητα ανοησίες, συνδυάζοντας τα "ρώπος" (φτηνόπραγμα) και "πέρπερος" (φλυαρία).
Κύντερος: ο αναίσχυντος, ο αδίστακτος τύπος, από το "κύων" (σκύλος).