Έντονο προβληματισμό στον νομικό κόσμο προκαλεί η πρόωρη αποχώρηση του εφέτη Γιάννη Ευαγγελάτου από το Δικαστικό Σώμα, η οποία επισφραγίστηκε με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 16 Φεβρουαρίου, του Προεδρικού Διατάγματος αποδοχής της παραίτησής του.
Η εξέλιξη χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως «μαύρη μέρα για τη Δικαιοσύνη», καθώς ο ίδιος είχε συνδέσει την πορεία του με την επιστημονική επάρκεια, την προσήλωση στο κράτος δικαίου και – κυρίως – με ένα ήθος που, σύμφωνα με συναδέλφους και δικηγόρους, ξεχώριζε στα δικαστικά έδρανα.
Ωστόσο, οι λόγοι της αποχώρησής του παρέμεναν μέχρι πρότινος ασαφείς. Η δημόσια ανάρτηση του ίδιου έρχεται να δώσει το στίγμα μιας απόφασης που, όπως υπογραμμίζει, δεν ήταν αιφνίδια, αλλά αποτέλεσμα μακράς εσωτερικής διαδρομής.
«Η Δικαιοσύνη νοσεί»
Στην ανάρτησή του με τίτλο «Το τέλος της διαδρομής», ο πρώην πλέον δικαστικός λειτουργός κάνει έναν απολογισμό άνω των είκοσι ετών υπηρεσίας σε οκτώ δικαστήρια, στην Αθήνα και στην περιφέρεια. Περιγράφει το αρχικό του όραμα για μια Δικαιοσύνη που απονέμεται «σύμφωνα με τον Νόμο και τη συνείδηση», ως «ζώσα δύναμη» και όχι ως τυπική διεκπεραίωση υποθέσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον υπερβολικό φόρτο εργασίας, στις πιεστικές συνθήκες απονομής δικαίου και στις ελλείψεις υποδομών, θέτοντας καίρια ερωτήματα: Πόσο δίκαιη μπορεί να είναι μια δίκη όταν ένας δικαστής καλείται να εκδικάσει δεκάδες σοβαρές υποθέσεις σε μία ημέρα; Πόσος χρόνος αναλογεί σε κάθε κατηγορούμενο ή σε κάθε θύμα;
Ο ίδιος επισημαίνει ότι η πλειονότητα των Ελλήνων δικαστών επιτελεί το έργο της με ευσυνειδησία, ωστόσο, όπως σημειώνει, «τα λόγια των πολλών πνίγονται από τις κραυγές των λίγων», κάνοντας λόγο για φαινόμενα αλαζονείας, ευθυνοφοβίας και υπονόμευσης του κύρους της Δικαιοσύνης.
«Η ανοχή είναι συνενοχή»
Κομβικό σημείο της τοποθέτησής του αποτελεί η φράση «τώρα η ανοχή είναι συνενοχή», με την οποία φαίνεται να αμφισβητεί το δόγμα ότι «οι δικαστές μιλούν μόνο με τις αποφάσεις τους». Όπως υποστηρίζει, σε μια περίοδο που – κατά την εκτίμησή του – η Δικαιοσύνη «νοσεί» και η εμπιστοσύνη των πολιτών φθίνει, η σιωπή δεν αποτελεί επιλογή.
Ο κ. Ευαγγελάτος θέτει ευθέως ζήτημα θεσμικής θωράκισης των δικαστικών λειτουργών απέναντι σε πιέσεις «από κάθε κατεύθυνση», αλλά και ζήτημα εσωτερικής ευθύνης για τη διαρκώς μειούμενη εμπιστοσύνη των πολιτών στον θεσμό.
Κλείνοντας, τονίζει ότι το Δίκαιο «δεν είναι στείρα γνώση αλλά εσωτερική στάση ζωής», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η αποχώρησή του συνιστά πράξη αξιοπρέπειας και συνειδητής επιλογής, παρά αποστασιοποίηση από τις αρχές που υπηρέτησε.
Η παραίτησή του ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για τις συνθήκες απονομής δικαιοσύνης στη χώρα, τον φόρτο εργασίας των δικαστηρίων και το ζήτημα της ουσιαστικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών – μια συζήτηση που, όπως όλα δείχνουν, θα συνεχιστεί με αμείωτη ένταση.

Η ανάρτηση
ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ
Έφτασα, λοιπόν, στο τέλος της δικαστικής μου διαδρομής, νωρίτερα από το αναμενόμενο και, ίσως για όσους δεν με ξέρουν, κάπως αιφνίδια, αλλά σίγουρα ύστερα από ένα γεμάτο ταξίδι...
Αναπόφευκτα, ο νους επιστρέφει στην αρχή, όταν εισήλθα στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών και πίστευα ότι θα γινόμουν λειτουργός της Δικαιοσύνης, ότι θα απονέμω το Δίκαιο σύμφωνα με τον Νόμο και τη συνείδησή μου. Το Δίκαιο, όχι με τη στενή έννοια της έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων, αλλά ως ζώσα δύναμη. Όλοι οι Δικαστές, έχω την αίσθηση, είχαμε στην αρχή κάποια όνειρα για τη Δικαιοσύνη, που στη συνέχεια τα λησμονήσαμε. Σαν να ρίξαμε άγκυρα στα όνειρά μας μόλις συναντήσαμε την καθημερινότητα, τον υπερβολικό φόρτο, την πίεση της ποσότητας σε βάρος της ποιότητας και τις άθλιες συνθήκες εργασίας στα δικαστικά «μέγαρα». Πολλές φορές, στη διάρκεια αυτής της διαδρομής, αναρωτήθηκα αν υπάρχουν στην Ελλάδα Δικαστές. Δικαστές με «Δ» κεφαλαίο. Δικαστές, που δεν συμπεριφέρονται αλαζονικά και απαξιωτικά στους δικηγόρους, αντιμετωπίζοντάς τους ως αντιπάλους και όχι ως συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης… Δικαστές, που βλέπουν τους δικαστικούς υπαλλήλους ως μέλη της σύνθεσης του Δικαστηρίου και όχι ως υποτακτικούς τους… Δικαστές, που απονέμουν το Δίκαιο και δεν διεκπεραιώνουν απλώς υποθέσεις… Δικαστές, που νιώθουν λειτουργοί της Δικαιοσύνης και όχι υπάλληλοι του Υπουργείου … Δικαστές απαλλαγμένους από ναρκισσισμό και εγωπάθεια, που δεν θεωρούν ότι κατέχουν το αλάθητο του Πάπα… Δικαστές που μάχονται να βρουν την Αλήθεια και δεν ασπάζονται την τυπολατρία και την αυθαιρεσία… Δικαστές που μετατρέπουν την αγωνία και τα προβλήματα του πολίτη σε δικό τους αγώνα και προβληματισμό…
Υπηρέτησα περισσότερο από είκοσι χρόνια, σε οκτώ Δικαστήρια, στην Αθήνα και στην περιφέρεια και σχημάτισα την ακλόνητη πεποίθηση ότι υπάρχουν τέτοιοι Δικαστές στην Ελλάδα. Και είναι πάρα πολλοί! Αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων Δικαστών. Ωστόσο, τα λόγια τους πνίγονται από τις κραυγές των λίγων, οι οποίοι όχι μόνο συνεχίζουν να επιβιώνουν, αλλά και κυριαρχούν, καθώς θορυβούν ως κύμβαλα αλαλάζοντα. Ως πότε όμως; Ως πότε οι πολλοί Δικαστές θα χρεώνονται την αδιαφορία, την αναλγησία, την ανικανότητα, την ευθυνοφοβία των λίγων; Ως πότε θα ανέχονται να πλήττει, να προσβάλλει, να υπονομεύει το κύρος της Δικαιοσύνης αυτή η θλιβερή μειοψηφία; Ως πότε οι Δικαστές θα σιωπούν για όσα βλέπουν να συμβαίνουν στον χώρο της Δικαιοσύνης; Πόσο δίκαιη μπορεί να είναι μια δίκη, όταν ο Δικαστής καλείται να δικάσει είκοσι κακουργήματα σε μία ημέρα; Πόσος χρόνος αναλογεί στον κάθε κατηγορούμενο στις πολυπρόσωπες δίκες; Πόσες φορές πρέπει να προσέρχονται τα θύματα στα δικαστήρια μέχρι να διεξαχθεί η δίκη τους; Πώς γίνεται να εκδικάζονται υποθέσεις ανηλίκων δραστών, χωρίς την παρουσία επιμελητών ανηλίκων; Για πόσο ακόμη μπορεί να στηρίζεται το οικοδόμημα της Δικαιοσύνης στο φιλότιμο ορισμένων λειτουργών της; Και, εν τέλει, είναι επαρκώς θωρακισμένοι οι Δικαστές για να αποκρούουν τα βέλη που στρέφονται, από κάθε κατεύθυνση, κατά της ανεξαρτησίας τους;
Το δόγμα ότι «οι δικαστές μιλούν μόνο με τις αποφάσεις τους» έχει αξία και εφαρμογή σε μια ιδανική πολιτεία, που όλα λειτουργούν άψογα. Τότε, πράγματι, οι Δικαστές δεν θα είχαν λόγο να μιλούν… Όχι, όμως, τώρα που η Δικαιοσύνη νοσεί! Τώρα η ανοχή είναι συνενοχή! Όλοι μας φέρουμε μερίδιο ευθύνης για τη διαρκώς φθίνουσα εμπιστοσύνη του κόσμου στη Δικαιοσύνη. Όλοι μας φταίμε που το τελευταίο καταφύγιο του πολίτη μετατρέπεται σε πεδίο άγονης αντιπαράθεσης, όπου μόνο από τύχη ή σύμπτωση μπορείς να βρεις το δίκιο σου και μάλιστα με τον κίνδυνο να είναι ήδη αργά, αφού το δίκαιο, ως αγαθό, πρέπει να απονέμεται άμεσα, κάτι που σπάνια συμβαίνει…
Για να ανατείλει ξανά ο ήλιος της Δικαιοσύνης «θέλει δουλειά πολλή» και ίσως χρειάζεται να «καώ εγώ, να καείς εσύ, για να γίνουν τα σκοτάδια λάμψη», όχι ως πράξη αυτοθυσίας, αλλά ως έμπρακτη δήλωση αυτοσεβασμού και ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ και ως απόφαση να μη συμβιβαστείς με το ελάχιστο, όταν οφείλεις το μέγιστο.
Όσοι αγάπησαν αυτό το λειτούργημα και όσοι το υπηρέτησαν με σθένος και αυταπάρνηση, από όποια θέση κι αν βρίσκονται πλέον, δεν πρέπει να το αφήσουν άλλο να ολισθαίνει. Άλλωστε, το Δίκαιο, δεν είναι απλώς μια στείρα γνώση. Είναι κάτι που είτε το έχεις μέσα σου είτε όχι! Αν το έχεις, δεν μπορείς να το στερηθείς ποτέ, καθώς είναι άρρηκτα συνυφασμένο με το είναι σου. Όποιον δρόμο και αν ακολουθήσεις, όπου κι αν σταθείς, θα είναι πάντα μαζί σου, αφού ό,τι είναι αληθινό είναι και παντοτινό. Και στο τέλος κάθε ημέρας, θα είσαι πραγματικά ευτυχισμένος μόνο αν μπορείς να απαντάς καταφατικά στο ερώτημα : «Αποδόθηκε Δικαιοσύνη;»
Γιάννης Ευαγγελάτος
τέως δικαστικός λειτουργός
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom