Η λέξη «ρεφενέ» χρησιμοποιείται στην καθομιλουμένη για να περιγράψει τη συλλογική συνεισφορά χρημάτων, όταν πολλοί βάζουν από λίγο για να καλυφθεί ένα κοινό έξοδο – από ένα δώρο μέχρι έναν λογαριασμό.
Αν και δεν υπάρχει ακριβής μονολεκτική ελληνική ισοδύναμη λέξη, εκφράσεις όπως «συμμετοχή στα έξοδα», «κοινό ταμείο» ή «συλλογική εισφορά» αποδίδουν το νόημά της, κυρίως σε πιο επίσημο λόγο. Παρ’ όλα αυτά, το «ρεφενέ» παραμένει η πιο ζωντανή και άμεση επιλογή στην καθημερινή ομιλία.
Η λέξη προέρχεται από τα τουρκικά («refene»), όπου σήμαινε κοινή πληρωμή ή συλλογική δαπάνη. Πέρασε στα ελληνικά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και καθιερώθηκε κυρίως στον προφορικό λόγο, διατηρώντας μέχρι σήμερα την ίδια πρακτική σημασία.