Η λέξη «ρίσκο» στα ελληνικά σημαίνει κίνδυνος ή διακινδύνευση. Σε κάποιες περιπτώσεις σημαίνει η παρακινδυνευμένη ενέργεια, όπως αναφέρει το λεξικό του Γιώργου Μπαμπινιώτη.
Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από την ιταλική λέξη «risco» ή «rischio» και η αρχική σημασία της ήταν «κίνδυνοι σε θαλάσσιο ταξίδι ή σε στρατιωτική επιχείρηση». Μάλιστα, πιθανολογείται ότι προέρχεται από την παλαιά ιταλική λέξη risico, που με τη σειρά της προέκυψε από το λατινικό risicum και το ελληνικό ριζικόν.
Παραδείγματα:
- Υπήρχε μεγάλο ρίσκο σε αυτό το επιχειρηματικό άνοιγμα.
- Άνθρωπος του ρίσκου.
- Πήρε όλο το ρίσκο πάνω του.
- Ήταν ρίσκο αυτή η επένδυση.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom