Τι σημαίνει;
Η "λάρναξ" είναι αρχαιοελληνική λέξη με τρεις βασικές σημασίες:
Μπαούλο ή κιβώτιο, όπου τοποθετούσαν αντικείμενα του σπιτιού.
Οστεοθήκη ή τεφροδόχος, δηλαδή δοχείο στο οποίο φυλάσσονταν οστά ή τέφρα νεκρών.
Λίκνο βρεφών, δηλαδή η κούνια που χρησιμοποιούσαν για τα νεογέννητα.
Μια μικρή λέξη, λοιπόν, που συνδέει την καθημερινότητα, τη ζωή και τον θάνατο, αναδεικνύοντας τη διαχρονική δύναμη της ελληνικής γλώσσας.