Η λέξη «μπουτίκ» (boutique στα γαλλικά) πέρασε στην ελληνική γλώσσα περιγράφοντας το μικρό, εξειδικευμένο κατάστημα μόδας ή αξεσουάρ, που δίνει έμφαση στην ποιότητα, το ιδιαίτερο γούστο και την εξατομικευμένη εξυπηρέτηση.
Η μπουτίκ δεν είναι ένα απλό μαγαζί: είναι ο χώρος όπου κάποιος μπορεί να βρει μοναδικά κομμάτια, χειροποίητα ρούχα ή περιορισμένες συλλογές που ξεχωρίζουν από τη μαζική παραγωγή. Γι’ αυτό και συνδέθηκε με την έννοια της πολυτέλειας, του προσωπικού στυλ και της προσεγμένης αισθητικής.
Σήμερα, η λέξη χρησιμοποιείται ευρέως και για άλλους χώρους, όπως μπουτίκ ξενοδοχεία, που προσφέρουν μικρής κλίμακας αλλά υψηλής ποιότητας διαμονή, πάντα με έμφαση στη λεπτομέρεια και την εξατομίκευση.